Είναι πράγματι εντυπωσιακός ο επανεξοπλισμός των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας σε ελάχιστα χρόνια. Θυμίζει τηρουμένων των αναλογιών όσα είχαν εξελιχθεί σε μια ανάλογη εθνική προσπάθεια μεταξύ 1936 και 1940, για να μη θυμηθούμε το 1910. Το 1936 η Ελλάδα ήταν πλήρως αποδομημένη ως προς τις Ένοπλες Δυνάμεις και τον εξοπλισμό τους. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια επί διακυβέρνησης Μεταξά μπόρεσε να αντιταχθεί και να νικήσει την πολύ πιο ισχυρή και ογκώδη Ιταλία του Μουσολίνι. Ο συσχετισμός δεν είναι μόνον αναλογικός με την επέτειο του «ΟΧΙ» προ ημερών αλλά και με την αναγκαιότητα μιας πολύ παραγωγικής και καλά σχεδιασμένης πολιτικής επανεξοπλισμού που είναι σε εξέλιξη στη βάση της επονομαζόμενης «Ατζέντας 2030». Παρακολουθήσαμε την παρέλαση επίδειξης των όπλων μας στη Θεσσαλονίκη. Έγινε αντιληπτή η πρόοδος που έχει συντελεστεί. Οι αναγκαιότητες της εποχής και τα μέτωπα του νέου πολέμου προϋποθέτουν μια ανάπτυξη από τη μια σε παραδοσιακά πολύ ακριβά οπλικά συστήματα και πλατφόρμες παραδοσιακού τύπου αλλά τελευταίων τεχνολογιών αιχμής σε αέρα, θάλασσα και ξηρά και από την άλλη σε φθηνά συστήματα μη επανδρωμένων, που επιφέρουν τεράστιες απώλειες στις υποδομές μιας χώρας και απειλούν τα πανάκριβα όπλα της πρώτης κατηγορίας. Πέραν των άλλων, τα μη επανδρωμένα έχουν και έναν ύπουλο τρόπο στα πλήγματα που προκαλούν. Μπορεί να καταστρέψουν δομικά μια χώρα στη βάση των οικονομικών του πολέμου. Δεν μπορείς για παράδειγμα να αντιμετωπίζεις τα σμήνη από drones σε αέρα, θάλασσα και ξηρά με πανάκριβα πυραυλικά συστήματα, πολεμικά πλοία όπως οι γαλλικές φρεγάτες ή μαχητικά αεροσκάφη τέταρτης και πέμπτης γενιάς.
Η Ελλάδα επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη, της πρώτης μετά το τέλος των μνημονίων και της κατάστασης χρεοκοπίας εκλεγμένης κυβέρνησης, έπρεπε να βρει τον τρόπο οργάνωσης, μεθοδικού σχεδιασμού και προπάντων οικονομικής δεινότητας εντός των δημοσιονομικών ορίων της Ευρωζώνης -χωρίς παράλογα ανοίγματα σε εξωτερικό δανεισμό ή ελλειμματικές εσωτερικές πολιτικές- προκειμένου η Ελλάδα να επανεξοπλιστεί και να βρεθεί σε θέση ισχύος από στρατιωτική άποψη.
Ο όγκος της Ελλάδας δεν μετριέται πλέον ως μέγεθος από το ΑΕΠ της. Γιατί αυτό είναι πολύ περιορισμένο για τις φιλοδοξίες και την πορεία αναδιάταξης που θέλει να ακολουθήσει στους ταραχώδεις και αναθεωρητικούς καιρούς στο διεθνές περιβάλλον και στην παγκόσμια, υπό διαμόρφωση, Δύση. Ο όγκος και η ισχύς της Ελλάδας μπορεί να λογίζονται στη βάση των ελληνόκτητων εμπορικών στόλων. Το εθνικό κράτος με την έννοια αυτή προβάλλει ως ναυτική παγκόσμια δύναμη. Στη στρατηγική οπτική αυτή υπέρβασης των δεδομένων του μόλις 250 δισ. ευρώ ΑΕΠ, ναι μεν πρέπει να έχει καλή εικόνα στα οικονομικά της και εσωτερική ισορροπία στο πολιτικό και κοινωνικό της περιβάλλον, αλλά χρειάζεται πολεμικά πλοία, αεροπλάνα, χερσαίες δυνάμεις πολύ καλά εξοπλισμένες για έλεγχο περιοχής. Η Ελλάδα στη βάση του ισχυρού προφίλ της ναυτικής δύναμης χρειάζεται προβολή σκληρής ισχύος, όχι μόνον αμυντικής απέναντι στην Τουρκία για παράδειγμα αλλά και γεωπολιτικά μέσω των συμμαχιών που εμπεδώνει ως πολλαπλασιαστών της δυναμικής της στη βάση της γεωγραφικής της δυνατότητας. Χρειάζεται εξάλλου πολεμική βιομηχανία και γρήγορη εξέλιξη σε πρωτοποριακές τεχνολογίες των drones.
Χθες η ελληνική σημαία υψώθηκε στο κατάρτι της δεύτερης γαλλικής φρεγάτας τύπου Belharra, του «Νέαρχου», που παίρνει τον δρόμο για τον ναύσταθμο στη Σαλαμίνα και σε ελάχιστο χρόνο θα προστεθεί και η τρίτη στη σειρά, ο «Φορμίων», με ελληνική συμμετοχή στην κατασκευή τους. Η Ελλάδα δεν έχει απαραίτητα μπροστά της έναν πόλεμο όπως το 1940. Αλλά σίγουρα τη διεκδίκηση μιας αναβαθμισμένης θέσης στη νέα τάξη πραγμάτων.
Ας κρατήσουμε μία αναφορά του υπουργού Άμυνας κ. Δένδια από τη χθεσινή επίσημη τελετή παραλαβής του νέου μας πολεμικού πλοίου στα γαλλικά ναυπηγεία: «Είχα μια διήμερη συνάντηση με τη Γαλλίδα ομόλογό μου, την οποία ευχαριστώ για την ειλικρινή ανταλλαγή απόψεων. Είχαμε μια ευρύτερη συζήτηση για τα θέματα της ευρωπαϊκής άμυνας, της ελληνογαλλικής συνεργασίας αλλά και της κοινής παρουσίας μας στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοδόμημα. Η Ελλάδα και η Γαλλία καλούνται να χτίσουν αμυντικές δυνατότητες στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια».
Εφημερίδα Απογευματινή











