Κινέζοι χειρουργοί ισχυρίζονται ότι επέμβαση για την αποβολή τοξικών πρωτεϊνών από τον εγκέφαλο αντιστρέφει την άνοια

Σχεδόν όλες οι περίπου 2.000 επεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα σε ασθενείς με άνοια έγιναν στην Κίνα
16:11 - 22 Απριλίου 2026
Επέμβαση αποβολής τοξικών πρωτεϊνών από τον εγκέφαλο μπορεί να αντιστρέψει την άνοια

Παρά εκατοντάδες κλινικές δοκιμές φαρμάκων που έχουν κοστίσει εκατομμύρια, η θεραπεία της άνοιας παραμένει ανέφικτη. Μήπως όμως οι επιστήμονες αναζητούν τη θεραπεία για αυτή τη σύγχρονη επιδημία στο λάθος μέρος; Πρόσφατα στοιχεία υποδηλώνουν ότι το κλειδί για την αντιμετώπιση της μεγαλύτερης αιτίας θανάτου στη Βρετανία ίσως να μην είναι ένα φάρμακο — αλλά μια χειρουργική επέμβαση. Και η επέμβαση αυτή δεν είναι μια σύνθετη νευρολογική διαδικασία που απαιτεί επικίνδυνη πρόσβαση στον εγκέφαλο. Αντίθετα, πρόκειται για μια σχετικά απλή τεχνική, την οποία οι γιατροί παρομοιάζουν με την απόφραξη ενός φραγμένου αποχετευτικού αγωγού, με σκοπό την αποβολή τοξικών πρωτεϊνών που συνδέονται με την άνοια.

Η επέμβαση αυτή, γνωστή ως λεμφοφλεβική αναστόμωση (ΛΦΑ), χρησιμοποιείται ήδη από το Εθνικό Σύστημα Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου για τη θεραπεία γυναικών με καρκίνο του μαστού που εμφανίζουν λεμφοίδημα, δηλαδή οίδημα των άνω και κάτω άκρων λόγω συσσώρευσης υγρών. Η πάθηση αυτή — που εκτιμάται ότι επηρεάζει 400.000 άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο — εμφανίζεται όταν οι χειρουργοί αφαιρούν λεμφαδένες (μικροί όζοι σε σχήμα φασολιού που φιλτράρουν τα απόβλητα από την κυκλοφορία του αίματος) για να αποτρέψουν την εξάπλωση του καρκίνου. Αν και μπορεί να σώσει ζωές, η αφαίρεση των λεμφαδένων μπορεί να προκαλέσει οίδημα στα άκρα, δυσκολεύοντας καθημερινές δραστηριότητες, όπως το ντύσιμο.

Με την επέμβαση ΛΦΑ, γίνεται μια μικρή τομή κάτω από τη μασχάλη και στη συνέχεια οι χειρουργοί ράβουν τα λεμφαγγεία που είναι γεμάτα υγρό σε μια κοντινή φλέβα — επιτρέποντας στο περίσσιο υγρό να αποστραγγιστεί στην κυκλοφορία του αίματος και να αποβληθεί μέσω των νεφρών. Τα οφέλη είναι καλά τεκμηριωμένα, αν και το Εθνικό Σύστημα Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου τείνει να επιφυλάσσει τη διαδικασία για σοβαρές περιπτώσεις. Τώρα, ερευνητές πειραματίζονται με μια παρόμοια τεχνική — σύνδεση λεμφαγγείων στον τράχηλο με φλέβες — για τη θεραπεία της άνοιας.

Ο εγκέφαλος διαθέτει το δικό του σύστημα λεμφικής αποστράγγισης για την αποβολή αποβλήτων. Καθώς γερνάμε, το σύστημα αυτό επιβραδύνεται, επιτρέποντας στις επιβλαβείς πρωτεΐνες του υγρού αποβλήτων να συσσωρεύονται στον εγκέφαλο. Αυτές οι πρωτεΐνες μπορούν να οδηγήσουν στο σχηματισμό εναποθέσεων γνωστών ως αμυλοειδείς πλάκες — οι οποίες αρχίζουν να βλάπτουν τη γνωστική λειτουργία, προκαλώντας τελικά συμπτώματα όπως απώλεια μνήμης, σύγχυση, γλωσσικά προβλήματα και αλλαγές στην προσωπικότητα.

Περίπου 2.000 ασθενείς με άνοια έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα στη διαδικασία αυτή, με αναφορές ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπόρεσαν και πάλι να αναγνωρίσουν αγαπημένα τους πρόσωπα και να ανακτήσουν μνήμες που είχαν χαθεί λόγω της νόσου. Η επέμβαση περιλαμβάνει μια μικρή τομή στον τράχηλο, ακριβώς κάτω από τη γνάθο. Με αυτόν τον τρόπο αποκτάται πρόσβαση στη βαθιά τραχηλική φλέβα — η οποία αποστραγγίζει το αίμα από τον τράχηλο — εκεί όπου αυτή τρέχει παράλληλα με ένα λεμφαγγείο που μεταφέρει τα απόβλητα από τον εγκέφαλο. Στη συνέχεια, γίνεται μια οπή στη φλέβα και το λεμφαγγείο ράβεται στη θέση του. Σχεδόν αμέσως, οι πρωτεΐνες που προκαλούν πλάκες αρχίζουν να αποστραγγίζονται. Η επέμβαση, που πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία, διαρκεί περίπου δύο ώρες.

«Η αρχή είναι σχεδόν ίδια με αυτή πολλών από τα νεότερα φάρμακα σήμερα, που βασικά επιχειρούν να αποβάλουν τις κακές πρωτεΐνες», λέει ο Πατ Κεχόου, καθηγητής μεταφραστικής έρευνας στην άνοια στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Τα εν λόγω φάρμακα — λεκανεμάμπη και δονανεμάμπη — έχουν σχεδιαστεί για να δεσμεύουν τις επιβλαβείς πρωτεΐνες ώστε να μεταφέρονται εκτός εγκεφάλου. Ωστόσο, τα φάρμακα αυτά δεν έχουν εγκριθεί από το Εθνικό Σύστημα Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου λόγω κόστους, περιορισμένων οφελών και παρενεργειών, που περιλαμβάνουν αιμορραγίες στον εγκέφαλο. Η νέα χειρουργική προσέγγιση είναι όμως αμφιλεγόμενη.

Σχεδόν όλες οι περίπου 2.000 επεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα σε ασθενείς με άνοια έγιναν στην Κίνα, όπου — σύμφωνα με επικριτές — οι χειρουργοί μπόρεσαν να επεμβαίνουν χωρίς να έχουν αποδείξει εκ των προτέρων ότι η διαδικασία είναι έστω και ασφαλής, πόσο μάλλον αποτελεσματική.
Αν και η ΛΦΑ για λεμφοίδημα σχετιζόμενο με καρκίνο ενέχει ελάχιστο κίνδυνο (υπάρχει μικρή πιθανότητα λοίμωξης ή παθολογικής ουλοποίησης), είναι σχεδόν αδύνατο να εφαρμοστεί εξίσου ασφαλώς στον τράχηλο.

Πράγματι, η κινεζική κυβέρνηση ανησύχησε τόσο από την έξαρση αυτών των επεμβάσεων για άνοια που, τον Ιούλιο του 2025, απαγόρευσε τη διαδικασία εκτός εάν αυτή εντάσσεται σε ερευνητικό πρόγραμμα. Τα περισσότερα στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητά της προέρχονται από μεμονωμένες αναφορές περιστατικών ή ανακοινώσεις νοσοκομείων. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του περασμένου έτους, το Γενικό Νοσοκομείο του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας (PLA) στο Πεκίνο ανακοίνωσε ότι είχε εκτελέσει επιτυχώς επέμβαση ΛΦΑ σε μια 80χρονη γυναίκα που προηγουμένως δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τα μέλη της οικογένειάς της και βασιζόταν σε άλλους για τις καθημερινές της δραστηριότητες.

Το νοσοκομείο ανέφερε: «Έχει παρουσιάσει σημαντική βελτίωση στη μνήμη. Μπορεί πλέον όχι μόνο να λέει με ακρίβεια τα ονόματα και τα επαγγέλματα των συγγενών της, αλλά και να συνομιλεί μαζί τους.» Έχουν πραγματοποιηθεί μόνο δύο μικρές μελέτες που ισχυρίζονται ότι αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της χειρουργικής επέμβασης. Η μία, στο Ιατρικό Πανεπιστήμιο του Στρατού στο Τσονγκίνγκ της Κίνας, παρακολούθησε 26 ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ που είχαν υποβληθεί στην αμφιλεγόμενη επέμβαση. Ένα μήνα αργότερα, σύμφωνα με αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν πέρυσι στο International Journal of Surgery, όλοι οι ασθενείς κατέγραψαν σημαντικές βελτιώσεις στη Σύντομη Εξέταση Νοητικής Κατάστασης (MMSE), ένα ερωτηματολόγιο που μετρά τη γνωστική έκπτωση αξιολογώντας γενικά τη μνήμη, την προσοχή, τη γλώσσα και τον προσανατολισμό.

Η δεύτερη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε επίσης πέρυσι από το Πανεπιστήμιο Τσενγκτσόου της Κίνας, αφορούσε 41 ασθενείς με ήπια έως μέτρια νόσο Αλτσχάιμερ. Γράφοντας στο Journal of Alzheimer’s Disease, οι ερευνητές ανέφεραν ότι τρεις μήνες μετά την επέμβαση, παρατηρήθηκαν παρόμοιες βελτιώσεις στις βαθμολογίες MMSE, καθώς και σε ένα τεστ που ονομάζεται «Δραστηριότητες Καθημερινής Ζωής» (Activities of Daily Living) — ένα μέτρο αξιολόγησης του πόσο καλά οι ασθενείς με άνοια μπορούν να διαχειριστούν καθημερινές δραστηριότητες όπως το λούσιμο, το ντύσιμο και το φαγητό.
Ωστόσο, η δεύτερη μελέτη δεν παρουσίασε στοιχεία για όλους τους συμμετέχοντες, οπότε δεν είναι γνωστό πόσοι βελτιώθηκαν. Ακόμη και αν οι ασθενείς ωφεληθούν, σχεδόν σίγουρα δεν πρόκειται για θεραπεία, προειδοποιεί ο καθηγητής Κεχόου. «Το πιθανότερο είναι ότι απλώς κερδίζεις χρόνο, επειδή το μόνο που κάνεις είναι να βοηθάς στην αποστράγγιση του συστήματος, ενώ ό,τι τροφοδοτεί την παραγωγή αυτών των πρωτεϊνών συνεχίζει να συμβαίνει», λέει.
«Παρ’ όλα αυτά, αν επιβράδυνε την εξέλιξη της νόσου κατά δέκα χρόνια περίπου, τότε αυτό θα ήταν τεράστιο όφελος. Αλλά η απόδειξη αυτού θα έρθει μόνο από σωστές, μεγάλης κλίμακας κλινικές δοκιμές.»

Προσθέτει ότι το υπερφορτωμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου θα δυσκολευόταν να ανταπεξέλθει σε όλες τις ανάγκες για την επέμβαση (σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο πάσχουν από τη νόσο Αλτσχάιμερ). Άλλοι ειδικοί είναι πιο επιφυλακτικοί. Ο Ρόμπερτ Χάουαρντ, καθηγητής ψυχιατρικής ηλικιωμένων στο University College του Λονδίνου (UCL), λέει ότι οποιαδήποτε φαινομενική βελτίωση οφείλεται σχεδόν σίγουρα σε ευσεβείς πόθους.

«Τα άτομα με άνοια είναι απελπισμένα να δουν κάποια βελτίωση και το εικονικό αποτέλεσμα [placebo effect] είναι πολύ ισχυρό», δήλωσε στην Daily Mail. «Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι η χειρουργική επέμβαση έχει οποιαδήποτε επίδραση στις αμυλοειδείς πλάκες. Θα πιστέψω ότι είναι αποτελεσματική μόνο όταν υπάρχουν στοιχεία από σωστές κλινικές δοκιμές.»

Η Γκιλ Λίβινγκστον, καθηγήτρια ψυχιατρικής ηλικιωμένων στο UCL, προσθέτει: «Υπάρχουν πολύ λίγα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι έστω λειτουργεί.»
Ωστόσο, ερευνητικές ομάδες εκτός Κίνας ξεκινούν κλινικές δοκιμές. Τον Ιανουάριο, γιατροί στη Σιγκαπούρη άρχισαν να στρατολογούν δέκα ασθενείς με μέτρια άνοια για να υποβληθούν στην επέμβαση. Τα αποτελέσματα αναμένονται το 2030. Και στο Πανεπιστήμιο Γέιλ στις ΗΠΑ υπάρχουν σχέδια να διενεργηθεί η επέμβαση σε πέντε εθελοντές κατά τα επόμενα χρόνια.

Του Pat Hagan / ©Associated Newspapers Limited