Προεκλογικές δαπάνες χωρίς όρια στις ΗΠΑ

Πλεονέκτημα στη μάχη του Νοεμβρίου για τους Ρεπουμπλικανούς που διαθέτουν $125.000.000 έναντι $3.500.000 των Δημοκρατικών
11:53 - 13 Ιουλίου 2026
Ρεπουμπλικανικό κόμμα Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ σε συγκέντρωση των Ρεπουμπλικανών πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 2024

Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών εξέδωσε μια απόφαση-βόμβα που ανατρέπει τους κανόνες χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών, επηρεάζοντας πολιτικές δαπάνες εκατομμυρίων δολαρίων και χαρίζοντας στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μια σημαντική νίκη λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Το δικαστήριο αποφάσισε με ψήφους 6-3, σύμφωνα με τις κομματικές γραμμές, να άρει τα όρια στις προεκλογικές δαπάνες – δηλαδή το ποσό που μπορούν να δαπανούν τα πολιτικά κόμματα για να υποστηρίζουν συγκεκριμένους υποψηφίους. Πρόκειται για μια σημαντική νίκη για τους Ρεπουμπλικανούς, η οποία αναμένεται να έχει εκτεταμένες επιπτώσεις σε προεκλογικές δαπάνες δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες για πολλά χρόνια.

«Μεγάλη νίκη»

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαιρέτισε την απόφαση, η οποία καταργεί περιορισμούς στις πολιτικές δαπάνες, χαρακτηρίζοντάς την «μεγάλη νίκη για τους Ρεπουμπλικανούς και για την Πρώτη Τροπολογία». Οι Ρεπουμπλικανοί υποστήριζαν ότι τα όρια δαπανών παρεμποδίζουν τους υποψηφίους, ενώ οι Δημοκρατικοί προειδοποιούσαν ότι η κατάργησή τους θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο σε μεγάλους χρηματοδότες να καταχραστούν το σύστημα. Τα ισχύοντα όρια χρηματοδότησης μπορούν να φτάσουν έως και τα 4.000.000 δολάρια για εκλογές της Γερουσίας και τα 127.000 δολάρια για εκλογές της Βουλής των Αντιπροσώπων, αν και τα ποσά διαφοροποιούνται ανάλογα με τον πληθυσμό εκλογικής ηλικίας στις αντίστοιχες περιφέρειες.

«Σοβαρή παραβίαση»

Ο δικαστής Μπρετ Κάβανο, συντάκτης της απόφασης, έγραψε ότι οι περιορισμοί στις δαπάνες συνιστούν «σοβαρή παραβίαση» της προστατευόμενης πολιτικής έκφρασης που κατοχυρώνεται από την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος. «Η διατήρηση των ορίων στις συντονισμένες δαπάνες των πολιτικών κομμάτων θα μπορούσε να καταδικάσει τα κόμματα σε διαρκή δευτερεύοντα ρόλο σε σύγκριση με εξωτερικές ομάδες πίεσης», έγραψε ο Κάβανο στην απόφαση της πλειοψηφίας. «Τα αποδυναμωμένα πολιτικά κόμματα παραμορφώνουν το πολιτικό σύστημα». Και συνέχισε: «Περισσότερος πολιτικός λόγος είναι γενικά καλύτερος από λιγότερο πολιτικό λόγο».

Τα επιχειρήματα

Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ακούσει τα επιχειρήματα των δύο πλευρών πέρυσι στην υπόθε-ση «National Republican Senatorial Committee κατά Federal Election Commission». Η υπό-θεση αφορούσε το κατά πόσον τα ομοσπονδιακά όρια στις προεκλογικές δαπάνες των πολιτι-κών κομμάτων και οι περιορισμοί στις συντονισμένες δαπάνες παραβιάζουν τις εγγυήσεις ε-λευθερίας του λόγου που προβλέπει η Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος. Η προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο είχε κατατεθεί από την Εθνική Ρεπουμπλικανική Επιτροπή για τις Εκλο-γές της Γερουσίας (NRSC), την Εθνική Ρεπουμπλικανική Επιτροπή για τις Εκλογές της Βουλής των Αντιπροσώπων (NRCC) και εκ μέρους δύο τότε υποψηφίων γερουσιαστών των Ρεπου-μπλικανών, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. Οι προσφεύγο-ντες είχαν υποστηρίξει ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου ότι οι συγκεκριμένες προβλέψεις «περιορίζουν σοβαρά τις κομματικές επιτροπές από το να κάνουν αυτό που η Πρώτη Τροπο-λογία τούς επιτρέπει: να συνδέονται πλήρως και να υποστηρίζουν τους δικούς τους υποψηφί-ους για ομοσπονδιακά αξιώματα».

Οι αντιδράσεις

Η Εθνική Επιτροπή των Ρεπουμπλικανών (RNC) χαιρέτισε τη «μεγάλη νίκη». Ο πρόεδρός της, Τζο Γκρούτερς, δήλωσε ότι το κόμμα είναι «έτοιμο να επεκτείνει» τον τρόπο με τον οποίο πα-ρέχει πόρους και υποστήριξη στους υποψηφίους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμ-βρίου. Αντίθετα, η Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών (DNC) καταδίκασε την απόφαση, χα-ρακτηρίζοντάς τη «νίκη των δισεκατομμυριούχων δωρητών και των ειδικών συμφερόντων». Οι Ρεπουμπλικανοί, γενικά, αντλούν το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησής τους από με-γάλους δωρητές, ενώ οι Δημοκρατικοί βασίζονται περισσότερο σε μικρές ατομικές συνει-σφορές. Αυτό αποτυπώνεται και στη σημαντική διαφορά των οικονομικών πόρων των δύο κομμάτων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026. Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν 125.000.000 δολάρια στα ταμεία τους, έναντι μόλις 3.500.000 δολαρίων που διαθέτουν οι Δημοκρατικοί. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναμένεται να έχει εκτεταμένες συνέ-πειες στη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποδυ-ναμώνοντας περαιτέρω τον Ομοσπονδιακό Νόμο περί Εκλογικών Εκστρατειών του 1971.

Απόπειρα για χάος

Συνασπισμός οργανώσεων που συνδέονται με τους Δημοκρατικούς είχε δεσμευθεί ήδη από πέρυσι να αντιταχθεί στην προσπάθεια αυτή, την οποία περιέγραφε ως απόπειρα των Ρεπου-μπλικανών να «σπείρουν χάος και να ανατρέψουν θεμελιωδώς το σύστημα χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών, επιστρέφοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες στην προ-Γουότεργκεϊτ εποχή της πολιτικής χρηματοδότησης». Η απόφαση εκδίδεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι εκλογικές δαπάνες στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν φθάσει σε ιστορικά υψη-λά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής (FEC), οι προε-δρικοί υποψήφιοι του 2024 συγκέντρωσαν τουλάχιστον 2 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ δα-πάνησαν περίπου 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια του εκλογικού κύκλου. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δύο από τους δικαστές που είχαν διοριστεί από τον πρόεδρο Τραμπ, ο Νιλ Γκόρσατς και η Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ, παρέμειναν σχεδόν απολύτως σιωπηλοί ή υπέβαλαν μόλις μία ερώτηση, χωρίς να δώσουν σαφή ένδειξη για το πώς επρόκει-το να αποφανθεί το Ανώτατο Δικαστήριο.

Της BREANNE DEPPISCH / ©Associated Newspapers Limited