Ζητείται διάδοχος για το δολάριο

Εγκαταλείπουν το αµερικανικό νόµισµα οι τράπεζες, καθώς αυξάνονται οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που απορρέουν από την αβέβαιη πολιτική των Ηνωµένων Πολιτειών – Μεγάλος κερδισµένος ο χρυσός
22:45 - 7 Ιουλίου 2026
Δολάριο

Τάση σταδιακής διαφοροποίησης των συναλλαγµατικών διαθεσίµων τους από το αµερικανικό δολάριο καταγράφουν οι κεντρικές τράπεζες, καθώς οι γεωπολιτικοί και πολιτικοί κίνδυνοι που συνδέονται µε το αµερικανικό νόµισµα αυξάνονται. Σύµφωνα µε την ετήσια έρευνα του Official Monetary and Financial Institutions Forum (OMFIF), είναι η πρώτη φορά (από την έναρξη της έρευνας) που περισσότερες κεντρικές τράπεζες δηλώνουν ότι σκοπεύουν να µειώσουν τις τοποθετήσεις τους σε δολάρια µέσα στην επόµενη δεκαετία, παρά να τις αυξήσουν. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στη διευρυνόµενη συζήτηση για τον µελλοντικό ρόλο του δολαρίου ως κυρίαρχου παγκόσµιου αποθεµατικού νοµίσµατος, σε ένα περιβάλλον αυξηµένης αβεβαιότητας ως προς την αµερικανική πολιτική και εντεινόµενων γεωπολιτικών κινδύνων.

Η µετατόπιση, πάντως, δεν προδικάζει την απώλεια της κυριαρχίας του δολαρίου, αλλά αντανακλά τη στρατηγική των διαχειριστών συναλλαγµατικών διαθεσίµων
να περιορίσουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης µέσω µεγαλύτερης διαφοροποίησης των χαρτοφυλακίων τους.

Τα στοιχεία της έρευνας

Στην έρευνα συµµετείχαν 90 κεντρικές τράπεζες, κρατικά επενδυτικά ταµεία και δηµόσια συνταξιοδοτικά ταµεία, τα οποία διαχειρίζονται συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 10 τρισ. δολαρίων. Σύµφωνα µε τα ευρήµατα, το 79% των κεντρικών τραπεζών και το 60% των δηµόσιων επενδυτικών οργανισµών
εκτιµούν ότι το διεθνές νοµισµατικό σύστηµα µεταβαίνει σταδιακά προς ένα πολυπολικό µοντέλο. Παρά τη συγκεκριµένη τάση, το δολάριο εξακολουθεί
να µην έχει σαφή διάδοχο. Αντιθέτως, από τις αρχές του έτους έχει ενισχυθεί κατά περίπου 3%, υποστηριζόµενο από τα υψηλότερα αµερικανικά επιτόκια,
τη συνεχιζόµενη ζήτηση για αµερικανικά περιουσιακά στοιχεία και τις εισροές προς ασφαλή επενδυτικά καταφύγια λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων.

Οι συµµετέχοντες στην έρευνα εµφανίζονται πρόθυµοι να ενισχύσουν την έκθεσή τους και σε άλλα νοµίσµατα, όπως η νορβηγική κορόνα, το δολάριο Νέας Ζηλανδίας και η βρετανική στερλίνα. Παράλληλα, εξακολουθούν να σχεδιάζουν αύξηση των τοποθετήσεων τόσο στο ευρώ όσο και στο κινεζικό γιουάν, αν και επισηµαίνουν ότι διαρθρωτικές αδυναµίες εξακολουθούν να περιορίζουν την ελκυστικότητα και των δύο νοµισµάτων. Ωστόσο, σχεδόν όλοι οι ερωτηθέντες θεωρούν το γιουάν αποτελεσµατικό εργαλείο διαφοροποίησης των αποθεµατικών τους.

«Χρυσή» ασφάλεια και Α.Ι.

Μεγάλος κερδισµένος της νέας στρατηγικής εµφανίζεται ο χρυσός. Το πολύτιµο µέταλλο περιλαµβάνεται ήδη στα αποθέµατα του 82% των κεντρικών τραπεζών
που συµµετείχαν στην έρευνα και πλέον βρίσκεται στο επίκεντρο της στρατηγικής διαχείρισης συναλλαγµατικών διαθεσίµων. Βραχυπρόθεσµα, ο χρυσός αποτελεί
το περιουσιακό στοιχείο στο οποίο οι κεντρικές τράπεζες σχεδιάζουν να αυξήσουν περισσότερο τις τοποθετήσεις τους, καθώς καθαρό ποσοστό 30% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι θα ενισχύσουν τα αποθέµατά του µέσα στα επόµενα ένα έως δύο χρόνια. Η τάση αυτή συµπίπτει µε τη διατήρηση των τιµών του χρυσού κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς οι επενδυτές συνεχίζουν να αναζητούν ασφαλή καταφύγια.

Η έρευνα καταγράφει επίσης σηµαντική αύξηση της χρήσης εφαρµογών τεχνητής νοηµοσύνης από τις κεντρικές τράπεζες. Περισσότερες από τις δύο στις τρεις σχεδιάζουν να ενισχύσουν την ενσωµάτωση της A.I. στο άµεσο µέλλον, κυρίως στην ανάλυση δεδοµένων και στις υποστηρικτικές λειτουργίες.

Νέες απαιτήσεις

Παραµένει, ωστόσο, σηµαντικό χάσµα µεταξύ αναπτυγµένων και αναδυόµενων οικονοµιών. Το 89% των κεντρικών τραπεζών των αναπτυγµένων χωρών χρησιµοποιούν ήδη εφαρµογές τεχνητής νοηµοσύνης, έναντι µόλις 44% στις αναδυόµενες οικονοµίες, ενώ µόνο το 9% των κεντρικών τραπεζών δηλώνουν ικανοποιηµένες από το σηµερινό επίπεδο αξιοποίησής της.

Οπως σηµειώνει στην έκθεση η ανώτερη οικονοµολόγος του OMFIF, Γιάρα Αζίζ, οι δηµόσιοι επενδυτές αντιµετωπίζουν πλέον τη µεταβλητότητα των αγορών ως µόνιµο χαρακτηριστικό του οικονοµικού περιβάλλοντος και όχι ως µια προσωρινή κατάσταση. «Η παλαιά παραδοχή, ότι οι δηµόσιοι επενδυτές µπορούν απλώς να περιµένουν µέχρι να επανέλθει η οµαλότητα, µοιάζει πλέον ολοένα και λιγότερο ρεαλιστική», αναφέρει χαρακτηριστικά. Παράλληλα, τα δηµόσια επενδυτικά ταµεία αυξάνουν το ενδιαφέρον τους για πραγµατικά περιουσιακά στοιχεία. Σχεδόν το 60% σχεδιάζουν να ενισχύσουν τις τοποθετήσεις τους σε υποδοµές και ακίνητα µέσα στην επόµενη διετία, αναζητώντας πιο σταθερές και µακροπρόθεσµες αποδόσεις.

Ενισχύεται επίσης το ενδιαφέρον για τις αναδυόµενες οικονοµίες. Το ποσοστό των δηµόσιων επενδυτικών οργανισµών, που σχεδιάζουν να αυξήσουν την έκθεσή
τους στις αναδυόµενες αγορές, ανέρχεται πλέον στο 38%, από 27% στην αντίστοιχη περσινή έρευνα, ενώ η πρόθεση αύξησης των τοποθετήσεων στις αναπτυγµένες οικονοµίες υποχώρησε στο 25%, από 47% ένα χρόνο νωρίτερα.

Παρά την αυξανόµενη διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων, οι Ηνωµένες Πολιτείες και η Κίνα εξακολουθούν να θεωρούνται οι πλέον ελκυστικές επενδυτικές αγορές, κυρίως λόγω της πρωταγωνιστικής τους θέσης στην ανάπτυξη της τεχνητής νοηµοσύνης. Τα συµπεράσµατα της έρευνας καταδεικνύουν ότι, αν και το δολάριο διατηρεί την κυρίαρχη θέση του στο διεθνές νοµισµατικό σύστηµα, οι διαχειριστές συναλλαγµατικών διαθεσίµων προετοιµάζονται σταδιακά για ένα πιο πολυπολικό περιβάλλον, µε µεγαλύτερο ρόλο για τον χρυσό, τα εναλλακτικά νοµίσµατα, τις αναδυόµενες αγορές και τις νέες τεχνολογίες.

Της Δέσποινας Νικολάου

Κυριακάτικη Απογευματινή