Η οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύµατος για τις επιχειρήσεις αποτελεί µία από τις βασικές φορολογικές παρεµβάσεις που επεξεργάζεται η κυβέρνηση ενόψει των εξαγγελιών της ∆ιεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για µέτρο που βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο των αιτηµάτων της αγοράς, καθώς θεωρείται σταθερή επιβάρυνση που επιβάλλεται ανεξάρτητα από την οικονοµική κατάσταση κάθε επιχείρησης. Παράλληλα µε την κατάργηση του τέλους επιτηδεύµατος, το οικονοµικό επιτελείο εξετάζει και παρεµβάσεις στο σύστηµα του τεκµαρτού εισοδήµατος για περίπου 670.000 ελεύθερους επαγγελµατίες.
Οι αλλαγές αυτές έχουν περισσότερο διορθωτικό χαρακτήρα, καθώς δεν ανατρέπουν τη βασική φιλοσοφία του ισχύοντος πλαισίου, αλλά επιχειρούν να αντιµετωπίσουν προβλήµατα που προέκυψαν κατά την εφαρµογή του. Οι τελικές αποφάσεις αναµένεται να ληφθούν µέσα στον Αύγουστο, προκειµένου το συνολικό πακέτο των φορολογικών παρεµβάσεων να παρουσιαστεί τον Σεπτέµβριο από τον πρωθυπουργό στη ∆ΕΘ. Σύµφωνα µε πληροφορίες, στο υπουργείο Εθνικής Οικονοµίας και Οικονοµικών εξετάζονται τρεις εναλλακτικές προσεγγίσεις για την κατάργηση του τέλους επιτηδεύµατος, που εξακολουθούν να καταβάλλουν τα νοµικά πρόσωπα.
Το πρώτο και πιο φιλόδοξο σενάριο προβλέπει την πλήρη κατάργηση του τέλους από την 1η Ιανουαρίου 2027 για όλες τις επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το µέγεθος ή τη νοµική µορφή τους. Με τον τρόπο αυτό θα ολοκληρωθεί η κατάργηση ενός φόρου που για πολλά χρόνια αποτέλεσε αντικείµενο έντονης κριτικής από τον επιχειρηµατικό κόσµο, καθώς επιβαρύνει ακόµη και επιχειρήσεις που παρουσιάζουν ζηµιές ή πολύ περιορισµένη κερδοφορία.
Tο δεύτερο σενάριο προβλέπει µεταβατική περίοδο δύο ετών. Σε αυτή την περίπτωση, η κατάργηση θα πραγµατοποιηθεί σταδιακά έως το 2028, επιτρέποντας εισοδήµατα που θα δηλωθούν το 2027. Το δηµοσιονοµικό κόστος των συγκεκριµένων µέτρων εκτιµάται ότι θα κινηθεί µεταξύ 100 και 150 εκατ. ευρώ. στο ∆ηµόσιο να κατανείµει το δηµοσιονοµικό κόστος σε δύο διαδοχικούς κρατικούς προϋπολογισµούς.
Η τρίτη επιλογή προβλέπει την εφαρµογή του µέτρου σε δύο φάσεις, µε προτεραιότητα στις µικροµεσαίες επιχειρήσεις.
Οι µικρότερες εταιρείες θα απαλλαγούν από το τέλος του 2027, ενώ οι µεγαλύτερες επιχειρήσεις θα ακολουθήσουν ένα χρόνο αργότερα.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, κοινός στόχος όλων των σεναρίων είναι η οριστική κατάργηση ενός φόρου που δεν συνδέεται µε την πραγµατική οικονοµική δυνατότητα της επιχείρησης, αλλά επιβάλλεται ως πάγια ετήσια επιβάρυνση. Η σχεδιαζόµενη παρέµβαση έρχεται να συµπληρώσει την κατάργηση του τέλους επιτηδεύµατος για τους ελεύθερους επαγγελµατίες και τις ατοµικές επιχειρήσεις, η οποία εφαρµόστηκε από το 2025.
Ποιοι ωφελούνται
Πλέον, στο επίκεντρο βρίσκονται τα νοµικά πρόσωπα κάθε µορφής, όπως οι Ανώνυµες Εταιρείες (Α.Ε.), οι Εταιρείες Περιορισµένης Ευθύνης (ΕΠΕ), οι Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες (ΙΚΕ), οι Οµόρρυθµες (Ο.Ε.) και οι Ετερόρρυθµες Εταιρείες (Ε.Ε.), καθώς και άλλες νοµικές οντότητες που εξακολουθούν να επιβαρύνονται µε το συγκεκριµένο τέλος. Σήµερα, οι περισσότερες επιχειρήσεις καταβάλλουν ετήσιο τέλος 800 ευρώ, όταν η έδρα τους βρίσκεται σε περιοχές µε πληθυσµό έως 200.000 κατοίκους, ενώ στις µεγαλύτερες αστικές περιοχές το ποσόν ανέρχεται στα 1.000 ευρώ. Επιπλέον, για κάθε υποκατάστηµα επιβάλλεται τέλος 600 ευρώ. Για τις αστικές µη κερδοσκοπικές εταιρείες ισχύουν χαµηλότερα ποσά, τα οποία κυµαίνονται από 400 έως 500 ευρώ, ανάλογα µε την περιοχή όπου βρίσκεται η έδρα τους, ενώ για κάθε υποκατάστηµα το τέλος ανέρχεται στα 300 ευρώ.
Σηµειώνεται ότι η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύµατος υπολογίζεται ότι θα στερεί από τα δηµόσια έσοδα περίπου 240 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Ωστόσο, στο οικονοµικό επιτελείο εκτιµούν ότι η απώλεια αυτή µπορεί να αντισταθµιστεί µέσα από την υψηλότερη εισπραξιµότητα των φόρων, τη συνεχιζόµενη ανάπτυξη της οικονοµίας, την ενίσχυση της φορολογικής συµµόρφωσης, αλλά και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης µέσω της αξιοποίησης των νέων ψηφιακών εργαλείων της ΑΑ∆Ε.
Τεκµήρια
Παράλληλα, το υπουργείο Εθνικής Οικονοµίας και Οικονοµικών επεξεργάζεται πακέτο παρεµβάσεων στο σύστηµα τεκµαρτής φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελµατιών. Οι αλλαγές αφορούν περίπου 670.000 φορολογούµενους και προγραµµατίζεται να εφαρµοστούν για το φορολογικό έτος 2026, δηλαδή για τα εισοδήµατα που θα δηλωθούν το 2027. Το δηµοσιονοµικό κόστος των συγκεκριµένων µέτρων εκτιµάται ότι θα κινηθεί µεταξύ 100 και 150 εκατ. ευρώ.
Ενα από τα βασικά ζητήµατα που εξετάζονται είναι η σύνδεση του ελάχιστου τεκµαρτού φορολογητέου εισοδήµατος µε τον κατώτατο µισθό. Με το ισχύον καθεστώς, κάθε αύξηση του κατώτατου µισθού οδηγεί αυτόµατα και σε αύξηση του ελάχιστου εισοδήµατος πάνω στο οποίο φορολογείται ο επαγγελµατίας, ακόµη και όταν τα πραγµατικά του έσοδα παραµένουν αµετάβλητα.
Για τον λόγο αυτό εξετάζεται είτε να «παγώσει» η επόµενη αναπροσαρµογή είτε να εφαρµοστεί µείωση της τάξης του 10% έως 20% για συγκεκριµένες κατηγορίες επαγγελµατιών. Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται αλλαγές στους συντελεστές προσαύξησης που συνδέονται µε τα χρόνια άσκησης της δραστηριότητας, το ύψος της µισθοδοσίας και τον κύκλο εργασιών, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις θεωρείται ότι οδηγούν σε φορολογητέο εισόδηµα σηµαντικά υψηλότερο από το πραγµατικό.
Ειδικές κατηγορίες
Οι αλλαγές στο τεκµαρτό σύστηµα συνδέονται άµεσα µε την πλήρη αξιοποίηση των ψηφιακών εφαρµογών της ΑΑ∆Ε. Η επέκταση του myDATA, της ηλεκτρονικής τιµολόγησης, του ψηφιακού πελατολογίου, του ψηφιακού δελτίου αποστολής, της διασύνδεσης των ταµειακών µηχανών µε τα POS, των ηλεκτρονικών πληρωµών και του συστήµατος IRIS ενισχύει σηµαντικά τη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να παρακολουθεί σε πραγµατικό χρόνο τις συναλλαγές των επιχειρήσεων. Στόχος είναι η δηµιουργία ενός συστήµατος που θα βασίζεται περισσότερο στα πραγµατικά οικονοµικά στοιχεία κάθε επαγγελµατία και λιγότερο σε οριζόντιες τεκµαρτές παραδοχές
Κυριακάτικη Απογευματινή









