Η εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν απλώς η καθιερωμένη παρουσία ενός πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Στην πράξη σηματοδότησε την άτυπη έναρξη μιας μακράς προεκλογικής περιόδου, που θα κρατήσει μήνες και θα δοκιμάσει αντοχές, ισορροπίες και στρατηγικές.
Για τη Νέα Δημοκρατία η μάχη δεν θα είναι μονομέτωπη. Όπως επισήμανε στα Παραπολιτικά 90,1 FM ο πολιτικός αναλυτής Ευτύχης Βαρδουλάκης, το κυβερνών κόμμα θα κληθεί να κινηθεί ταυτόχρονα προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Στα αριστερά του, απέναντι στο ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη και στην ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Στα δεξιά του, απέναντι σε κόμματα που ήδη υπάρχουν αλλά και στο επερχόμενο νέο σχήμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Το πρώτο μέτωπο απαιτεί από τη ΝΔ να υπερασπιστεί το Κέντρο, εκεί όπου κέρδισε κρίσιμες μάζες ψηφοφόρων το 2019 και το 2023. Ο κ. Ανδρουλάκης θεωρητικά θα επιχειρήσει να εμφανιστεί ως θεσμική εναλλακτική. Ο κ. Τσίπρας θα προσπαθήσει να ξαναδώσει πολιτική έκφραση σε έναν κόσμο που δεν πείθεται σήμερα από το ΠΑΣΟΚ. Αμφότεροι, όμως, θα πρέπει να αποδείξουν ότι διαθέτουν κάτι περισσότερο από αντιπολιτευτικό λόγο και ότι μπορούν να καταθέσουν πειστικό σχέδιο διακυβέρνησης. Η απάντηση της κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι μόνο η επίκληση του παρελθόντος των αντιπάλων της. Χρειάζεται σύγκριση προτάσεων, αποτελεσμάτων και αξιοπιστίας.
Στα δεξιά η άσκηση είναι ακόμη πιο λεπτή. Εκεί συναντώνται η δυσαρέσκεια για τα εθνικά θέματα, η ακρίβεια, η καθημερινότητα, αλλά και η αίσθηση ενός μέρους της παραδοσιακής βάσης ότι η παράταξη απομακρύνθηκε από σταθερές αναφορές της. Αν προστεθεί και ένα κόμμα Σαμαρά, η πίεση θα μεγαλώσει. Η ΝΔ θα πρέπει να επανασυνδεθεί με αυτόν τον κόσμο χωρίς να παρασυρθεί σε πλειοδοσία συνθημάτων αλλά και χωρίς να αφήσει το πεδίο ελεύθερο σε σχηματισμούς που μπορούν εύκολα να καταγγέλλουν, επειδή δεν θα έχουν την ευθύνη των δύσκολων αποφάσεων.
Και όλα αυτά σε πολύ δυσκολότερες συνθήκες από εκείνες του 2019 και του 2023. Η φθορά δύο κυβερνητικών θητειών, το κόστος ζωής, ο ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και συμπεριφορές στελεχών που έδωσαν εικόνα αλαζονείας έχουν αφήσει σημάδια. Οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δίνουν καθαρό προβάδισμα στη ΝΔ, αλλά όχι τα εκλογικά ποσοστά των προηγούμενων αναμετρήσεων.
Υπάρχει, τέλος, και ο πιο ύπουλος αντίπαλος: η αποχή. Ο Κώστας Καραμανλής το έζησε το 2009, όταν εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι, που είχαν στηρίξει τη ΝΔ το 2007, δεν επέστρεψαν στις κάλπες. Δεν πήγαν όλοι στο ΠΑΣΟΚ. Πολλοί απλώς έμειναν στο σπίτι. Και αυτό αρκούσε.
Αν η ΝΔ θέλει να διεκδικήσει ξανά αυτοδυναμία, πρέπει να πείσει τον κεντρώο, τον παραδοσιακό δεξιό και τον απογοητευμένο ψηφοφόρο που σκέφτεται να απέχει. Να του δώσει λόγο να επιστρέψει, έστω και με τη λογική του «μη χείρον».
Ο διμέτωπος αυτός αγώνας θα είναι δύσκολος. Απαιτεί σχέδιο, σεμνότητα, μαχητικότητα, ενσυναίσθηση και κυρίως πειστικό όραμα για την επόμενη μέρα. Χωρίς αυτά, το προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο εύθραυστο από όσο δείχνει σήμερα.
Εφημερίδα Απογευματινή









