Tης Μαρίας Καλούδη
Μια διαφορετική εικόνα για τους µεγάλους σιδηροδροµικούς σταθµούς της χώρας επιχειρεί να διαµορφώσει η Hellenic Rail Estate, βάζοντας σε τροχιά ένα επενδυτικό σχέδιο περίπου 300 εκατ. ευρώ που αφορά τέσσερα από τα σηµαντικότερα ακίνητα του ελληνικού σιδηροδρόµου. Σταθµός Λαρίσης και Σταθµός Πελοποννήσου στην Αθήνα, Επιβατικός Σταθµός Θεσσαλονίκης και Σταθµός Πειραιά βρίσκονται στον πυρήνα του σχεδιασµού, µε στόχο να µετατραπούν σταδιακά από χώρους που εξυπηρετούν σχεδόν αποκλειστικά τη µετακίνηση επιβατών σε σύγχρονους συγκοινωνιακούς και αστικούς κόµβους.
Η πρώτη φάση των διαγωνιστικών διαδικασιών αναµένεται να ξεκινήσει έως το τέλος του 2026, ανοίγοντας τον δρόµο για την αξιοποίηση των ακινήτων µέσω µικτών σχηµάτων Σ∆ΙΤ και παραχώρησης. Το µοντέλο που εξετάζεται παραπέµπει σε αντίστοιχες αναπτύξεις µεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, όπου ο σιδηροδροµικός σταθµός λειτουργεί ταυτόχρονα ως πύλη εισόδου στην πόλη, εµπορικός προορισµός, χώρος εργασίας, φιλοξενίας και αναψυχής.
Πρόκειται για ένα από τα µεγαλύτερα στοιχήµατα της νέας Hellenic Rail Estate, της πρώην ΓΑΙΑΟΣΕ, η οποία µετασχηµατίζεται σε εταιρεία µε επίκεντρο την ανάπτυξη και αξιοποίηση της σιδηροδροµικής ακίνητης περιουσίας. Το εγχείρηµα, ωστόσο, είναι σύνθετο και απαιτεί χρόνο. Οι διαγωνιστικές διαδικασίες εκτιµάται ότι θα χρειαστούν περίπου δύο έως τρία χρόνια µέχρι να ολοκληρωθούν και να περάσουν τα έργα στην κατασκευαστική περίοδο.
Η βασική δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι µεγάλο µέρος των παρεµβάσεων πρέπει να πραγµατοποιηθεί πάνω και γύρω από ενεργές σιδηροδροµικές γραµµές, χωρίς να διακοπεί η λειτουργία των σταθµών και η εξυπηρέτηση των επιβατών. Παράλληλα, πρέπει να ολοκληρωθούν πολεοδοµικές και περιβαλλοντικές διαδικασίες, να καθοριστούν χρήσεις γης και όροι δόµησης και να ωριµάσουν οι διαγωνισµοί.
Η Hellenic Rail Estate επιχειρεί να περιορίσει τον απαιτούµενο χρόνο µέσα από την παράλληλη ωρίµαση διαφορετικών σταδίων. Η επίλυση των πολεοδοµικών εκκρεµοτήτων έχει ιδιαίτερη σηµασία, καθώς επί χρόνια τµήµατα της σιδηροδροµικής ακίνητης περιουσίας παρέµεναν ουσιαστικά «τυφλά» από πολεοδοµική άποψη, χωρίς σαφώς καθορισµένες χρήσεις και όρους δόµησης.
Νέα φιλοσοφία στον Βορρά
Πιο προχωρηµένος εµφανίζεται ο σχεδιασµός για τον Επιβατικό Σταθµό Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα της φιλοσοφίας που επιχειρείται να εφαρµοστεί και στους υπόλοιπους µεγάλους σταθµούς. Για το ακίνητο έχουν ήδη πραγµατοποιηθεί µελέτες βιωσιµότητας µε τη συνδροµή τεχνικών και χρηµατοοικονοµικών συµβούλων, ενώ έχει προηγηθεί δοµηµένος διάλογος µε την αγορά, την τοπική κοινωνία, τον µέτοχο και τους αρµόδιους κυβερνητικούς φορείς. Παράλληλα έχουν εκπονηθεί πολεοδοµικές και στρατηγικές περιβαλλοντικές µελέτες, προκειµένου να καθοριστούν οι χρήσεις γης και οι όροι δόµησης.
Το σχέδιο δεν προβλέπει απλώς ένα «λίφτινγκ» του σηµερινού σταθµού. Περιλαµβάνει νέες αποβάθρες και στέγαστρα, ανακαίνιση και στατική ενίσχυση του κεντρικού κτιρίου, καθώς και συνολική αισθητική αναβάθµιση των εγκαταστάσεων. Η µεγαλύτερη αλλαγή, όµως, σχεδιάζεται πάνω από τις ίδιες τις γραµµές. Εκεί προβλέπεται η ανάπτυξη νέου κτιρίου µικτών εµπορικών χρήσεων, αξιοποιώντας ουσιαστικά τον αέρα πάνω από τη σιδηροδροµική υποδοµή. Στο πλάνο περιλαµβάνεται ακόµη νέο κτίριο φιλοξενίας, ενώ ο περιβάλλων χώρος πρόκειται να ανασχεδιαστεί µε νέες πλατείες, περισσότερο πράσινο και υπόγειο χώρο στάθµευσης.
Στόχος είναι ο σταθµός να λειτουργήσει ως πραγµατικός κόµβος συνδυασµένων µετακινήσεων, αξιοποιώντας και τη σύνδεσή του µε το Μετρό και τις αστικές συγκοινωνίες, αλλά ταυτόχρονα να αποκτήσει ζωή πέρα από τις ώρες αναχώρησης και άφιξης των τρένων.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η πρόβλεψη για φοιτητική κατοικία. Στον ευρύτερο σχεδιασµό του ακινήτου της Θεσσαλονίκης εξετάζεται η δηµιουργία φοιτητικής εστίας δυναµικότητας περίπου 443 δωµατίων, προσθέτοντας ακόµη µία χρήση σε ένα συγκρότηµα που φιλοδοξεί να λειτουργεί σε διαφορετικές ώρες της ηµέρας και για διαφορετικές κατηγορίες χρηστών.
Λαρίσης και Πελοποννήσου
Μεγάλης κλίµακας αλλαγές σχεδιάζονται και στην Αθήνα, όπου οι Σταθµοί Λαρίσης και Πελοποννήσου αντιµετωπίζονται πλέον ως ένα ενιαίο «Σιδηροδροµικό Συγκρότηµα Αθηνών». Εδώ το σχέδιο συνδυάζει την αποκατάσταση της ιστορικής σιδηροδροµικής κληρονοµιάς µε σηµαντική νέα δόµηση. Οι προτεινόµενες χρήσεις περιλαµβάνουν εµπορικές δραστηριότητες, εστίαση, γραφεία, ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, αναψυχή και πολιτισµό, µε στόχο το συγκρότηµα να αποκτήσει λειτουργίες που θα το κρατούν ενεργό καθ’ όλη τη διάρκεια της ηµέρας.
Κοµβικό τµήµα του σχεδίου είναι η αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου του Σταθµού Λαρίσης, επιφάνειας περίπου 1.000 τ.µ., καθώς και του διατηρητέου κτιρίου του Σταθµού Πελοποννήσου, αντίστοιχου µεγέθους. Για το τελευταίο εξετάζονται χρήσεις πολιτισµού ή εστίασης υψηλών προδιαγραφών, ώστε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιµα ιστορικά σιδηροδροµικά κτίρια της πρωτεύουσας να αποκτήσει ξανά ενεργό ρόλο στην πόλη.
Ανάµεσα στους δύο σταθµούς προτείνεται η κατασκευή νέου πολυώροφου κτιρίου φιλοξενίας περίπου 6.000 τ.µ. Οι πιθανές χρήσεις περιλαµβάνουν ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, καταλύµατα βραχυχρόνιας µίσθωσης ή έναν συνδυασµό των δύο.
Ακόµη µεγαλύτερη παρέµβαση προβλέπεται δυτικά του Σταθµού Αθηνών, όπου σχεδιάζεται νέο κτίριο περίπου 10.000 τ.µ. πάνω από τις σιδηροδροµικές γραµµές. Σε αυτό θα µπορούσαν να µεταφερθούν βασικές λειτουργίες του σταθµού, όπως χώροι αναµονής, εκδοτήρια εισιτηρίων και προσβάσεις προς τις αποβάθρες, µαζί µε καταστήµατα, εστιατόρια, γραφειακούς χώρους και διοικητικές υπηρεσίες. Η συνολική προτεινόµενη νέα δόµηση φθάνει περίπου τα 18.000 τ.µ., χωρίς να εξαντλείται η δυνατότητα των 28.000 τ.µ.
Στον ίδιο χάρτη εντάσσεται και ο Σταθµός Πειραιά. Ο σχεδιασµός προβλέπει την ολοκληρωµένη αξιοποίησή του ως σύγχρονου αστικού και συγκοινωνιακού κόµβου, χωρίς να διαταραχθεί η λειτουργία του ενεργού σιδηροδροµικού δικτύου. Για το ακίνητο έχουν ήδη εκπονηθεί µελέτες βιωσιµότητας, πολεοδοµικού και περιβαλλοντικού σχεδιασµού.
Κυριακάτικη Απογευματινή







