Η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου εισέρχεται στον χειμώνα 2026/27 με χαμηλότερα αποθέματα και υψηλότερες τιμές, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας που θυμίζει την ενεργειακή κρίση του 2022. Αυτή τη φορά, η πίεση στον εφοδιασμό συνδέεται κυρίως με τη διαταραχή των παραδόσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και όχι με τις ροές μέσω αγωγών, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία μεταξύ ευρωπαϊκών και ασιατικών αγορών.
Οι εξελίξεις δημιουργούν ένα δύσκολο ενεργειακό τοπίο για την Ευρώπη, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν τη σημασία της Ελλάδας ως πύλης εισόδου και περιφερειακού κόμβου διακίνησης φυσικού αερίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το σοκ στην παγκόσμια προσφορά LNG
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, περισσότερα από 280 εκατομμύρια κυβικά μέτρα LNG ημερησίως δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν στην αγορά. Η ποσότητα αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς και συνδέεται κυρίως με τις εγκαταστάσεις του Κατάρ στο Ras Laffan. Στις 4 Μαρτίου, η QatarEnergy κήρυξε ανωτέρα βία, επιβεβαιώνοντας τη σοβαρότητα της διαταραχής.
Παρότι το Κατάρ αντιπροσώπευε μόλις το 8% περίπου των εισαγωγών LNG της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2025, η απώλεια των φορτίων του έχει ευρύτερες συνέπειες. Η Ευρώπη καλείται πλέον να ανταγωνιστεί τις ασιατικές οικονομίες για τα διαθέσιμα φορτία, κυρίως από τις ΗΠΑ, τα οποία κατευθύνονται στις αγορές που προσφέρουν τις υψηλότερες τιμές.
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει την αβεβαιότητα για το κόστος προμήθειας και καθιστά δυσκολότερο τον προγραμματισμό των εισαγωγών ενόψει της περιόδου αυξημένης ζήτησης.
Αποθέματα πολύ χαμηλότερα από τα προηγούμενα χρόνια
Η διαταραχή στην προσφορά εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου δεν έχουν ανακτήσει τα επίπεδα προηγούμενων ετών. Ο χειμώνας 2025/26, με τις αυξημένες ανάγκες θέρμανσης, άφησε τα αποθέματα της ΕΕ στο 28% την 1η Απριλίου 2026, έναντι 34% την αντίστοιχη ημερομηνία του 2025 και 56% το 2023.
Η αναπλήρωση των αποθηκών κατά τους επόμενους μήνες δεν κάλυψε τη διαφορά. Την 1η Οκτωβρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθετε περίπου 811 τεραβατώρες (TWh), που αντιστοιχούν στο 72% της συνολικής χωρητικότητας, όταν έναν χρόνο νωρίτερα τα αποθέματα έφταναν τις 940 TWh ή το 83%.
Το έλλειμμα των περίπου 130 TWh αποτυπώνει την περιορισμένη δυνατότητα της Ευρώπης να απορροφήσει νέες διαταραχές στην προσφορά. Το μέγεθός του αντιστοιχεί περίπου σε μιάμιση φορά τον όγκο φυσικού αερίου που διακινείται μέσω του ελληνικού συστήματος μεταφοράς σε ένα πλήρες έτος.
Η σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2022 είναι ενδεικτική. Τότε, παρά την απώλεια σημαντικής πηγής εφοδιασμού μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι ευρωπαϊκές αποθήκες είχαν φτάσει στο 95%, με περίπου 1.060 TWh διαθέσιμου αερίου. Σήμερα, τα αποθέματα είναι κατά περίπου 250 TWh χαμηλότερα.
Οι τιμές, πάντως, παραμένουν κάτω από τα ακραία επίπεδα της προηγούμενης κρίσης, όταν το ολλανδικό σημείο αναφοράς TTF είχε προσεγγίσει τα 340 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Αύγουστο του 2022. Αυτό δεν αναιρεί τους κινδύνους: η χαμηλότερη διαθεσιμότητα αποθεμάτων περιορίζει τα περιθώρια αντίδρασης σε περίπτωση παρατεταμένων διαταραχών ή απότομης αύξησης της ζήτησης.
Τα σενάρια του ENTSOG και ο κίνδυνος ενός ψυχρού χειμώνα
Η χειμερινή αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Αερίου (ENTSOG) καταγράφει τις πιέσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει η ευρωπαϊκή αγορά τους επόμενους μήνες.
Με κανονικές θερμοκρασίες και επαρκή διαθεσιμότητα LNG, τα αποθέματα εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να υποχωρήσουν στο 29% έως το τέλος του χειμώνα. Αντίθετα, σε περίπτωση περιορισμένης προσφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου, το επίπεδο αποθήκευσης θα μπορούσε να πέσει στο 13%.
Το δυσμενέστερο σενάριο αφορά έναν ψυχρό χειμώνα. Σε αυτή την περίπτωση, η Ευρώπη θα χρειαστεί να περιορίσει τη ζήτηση κατά 7% έως 12%, ακόμη και αν τα αποθέματα μειωθούν στο 11%, επίπεδο που το μοντέλο διατηρεί ως στρατηγικό απόθεμα.
Η ενδεχόμενη αξιοποίηση αυτών των στρατηγικών ποσοτήτων, περίπου 125 TWh, θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετη ανακούφιση. Δεν θα αρκούσε, ωστόσο, για να εξαλείψει την ανάγκη περιορισμού της κατανάλωσης, η οποία στα σενάρια ψυχρού χειμώνα υπολογίζεται μεταξύ 237 και 437 TWh.
Τα δεδομένα αναδεικνύουν το κρίσιμο δίλημμα για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική: η επάρκεια εφοδιασμού θα εξαρτηθεί τόσο από την προσέλκυση νέων φορτίων LNG όσο και από τη δυνατότητα περιορισμού της ζήτησης, εφόσον οι καιρικές συνθήκες ή οι γεωπολιτικές εξελίξεις επιδεινώσουν περαιτέρω την κατάσταση.






