Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει υιοθετήσει µια πολυεπίπεδη και ενεργητική στρατηγική αναχαίτισης του τουρκικού αναθεωρητισµού, αποδοµώντας στην πράξη το δόγµα της «γαλάζιας πατρίδας». Αντί για µια αµυντική και παθητική στάση, η Αθήνα έχει αναπτύξει ένα πυκνό πλέγµα διπλωµατικών, ενεργειακών και αµυντικών κινήσεων, που θωρακίζουν τα κυριαρχικά της δικαιώµατα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, εδραιώνοντας τη διεθνή νοµιµότητα. Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της αντεπίθεσης εντοπίζεται στην ενεργειακή διπλωµατία και τις διεθνείς συµφωνίες.
Η συµφωνία µερικής οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονοµικής Ζώνης (ΑΟΖ) µε την Αίγυπτο ακύρωσε στην πράξη το παράνοµο τουρκολιβυκό µνηµόνιο. ∆ηµιούργησε ένα ισχυρό νοµικό τετελεσµένο, απολύτως εναρµονισµένο µε το ∆ιεθνές ∆ίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Η γεωπολιτική σηµασία αυτής της ζώνης ενισχύεται περαιτέρω από µνηµόνια συνεργασίας και τη δραστηριοποίηση ενεργειακών κολοσσών, όπως η αµερικανική Chevron. Η παρουσία τέτοιων πολυεθνικών εταιρειών προσδίδει διεθνές και κυρίως αµερικανικό οικονοµικό ενδιαφέρον στην απρόσκοπτη έρευνα και εκµετάλλευση, λειτουργώντας σαν ασπίδα απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Ο στενός συντονισµός, παράλληλα, µε την Κύπρο και το Ισραήλ έχει αναβαθµιστεί σε µια ισχυρή τριµερή στρατηγική συµµαχία. Η προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης (Great Sea Interconnector) µεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ διαδραµατίζει κοµβικό ρόλο. Το έργο αυτό δεν σπάει απλώς την ενεργειακή αποµόνωση της Κύπρου, αλλά η χάραξή του διαπερνά και ακυρώνει έµπρακτα τους φαντασιακούς χάρτες της «γαλάζιας πατρίδας». Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, η βαθιά ενεργειακή και αµυντική συνεργασία µε τις ΗΠΑ, µέσω της επικαιροποιηµένης συµφωνίας MDCA και της ανάδειξης της Αλεξανδρούπολης σε ενεργειακό και στρατιωτικό κόµβο, καθιστά την ελληνική επικράτεια απαραίτητη για τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Πέραν της ενέργειας, η Αθήνα αξιοποιεί πλέον και τα εργαλεία περιβαλλοντικής προστασίας για την έµπρακτη άσκηση κυριαρχίας. Η πρόσφατη εξαγγελία δηµιουργίας δύο µεγάλων εθνικών θαλάσσιων πάρκων -ένα στο Ιόνιο και ένα στο Αιγαίο, το οποίο εκτείνεται έως τις Κυκλάδες και τα ∆ωδεκάνησα- προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Αγκυρας. Ωστόσο, η αδιαµφισβήτητη διεθνής νοµιµοποίηση τέτοιων περιβαλλοντικών πρωτοβουλιών δεν αφήνει περιθώρια νοµικής αµφισβήτησης, ενισχύοντας την αποκλειστική ελληνική δικαιοδοσία σε θαλάσσιες ζώνες κρίσιµης σηµασίας.
Καµία όµως από αυτές τις διπλωµατικές και ενεργειακές κατακτήσεις δεν θα µπορούσε να διασφαλιστεί χωρίς την ταυτόχρονη, κατακόρυφη αύξηση της εθνικής αποτρεπτικής ισχύος. Το µαζικό εξοπλιστικό πρόγραµµα των Ενόπλων ∆υνάµεων άλλαξε ριζικά τις στρατιωτικές ισορροπίες. Η άµεση απόκτηση των προηγµένων µαχητικών Rafale, η αναβάθµιση των F-16 σε κατηγορία Viper και η επικείµενη ένταξη των υπερσύγχρονων φρεγατών FDI Belharra στον Στόλο παρέχουν στις ελληνικές δυνάµεις ένα ξεκάθαρο τεχνολογικό πλεονέκτηµα. Η υπεροχή αυτή στον αέρα και τη θάλασσα στέλνει το µήνυµα πως η Ελλάδα έχει την ικανότητα να επιβάλει την κυριαρχία της στο πεδίο, εάν αυτό απαιτηθεί.
Μέσα από ισχυρές περιφερειακές συµµαχίες, ενεργειακά έργα στρατηγικού βάθους, θεσµικές ενέργειες, όπως τα θαλάσσια πάρκα, και αδιαµφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή, η Ελλάδα κατάφερε να περικυκλώσει νοµικά και επιχειρησιακά τον τουρκικό αναθεωρητισµό. Η «γαλάζια πατρίδα» παραµένει ένα ηχηρό πολιτικό αφήγηµα στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά στην πράξη η Ανατολική Μεσόγειος θωρακίζεται πλέον από ένα αρραγές τείχος ελληνικής και διεθνούς νοµιµότητας.
*∆ιεθνολόγος
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»











