Οι συνέπειες µιας µακράς διακυβέρνησης

Η θητεία Καραµανλή, ο λαϊκισµός του Ανδρέα και οι κυβερνήσεις οι οποίες άντεξαν τη φθορά του χρόνου από τη Μεταπολίτευση, τη δεκαετία του 1970, µέχρι σήµερα
09:44 - 5 Οκτωβρίου 2026
Οι συνέπειες µιας µακράς διακυβέρνησης
∆ΙΕΘΝΗΣ ∆ΙΑΣΥΡΜΟΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΑΝ∆ΑΛΟ ΚΟΣΚΩΤΑ, ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΛΕ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, ΑΝ ΚΑΙ Ο ΑΝ∆ΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝ∆ΡΕΟΥ ΑΘΩΩΘΗΚΕ ΤΕΛΙΚΑ ΣΤΟ ΕΙ∆ΙΚΟ ∆ΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Ανεξάρτητα από την ύπαρξη πραγµατικών γενεσιουργών συνθηκών και πραγµατικών αιτίων, το σύνηθες είναι στην πολιτική ιστορία του τόπου η παραµονή ενός κόµµατος και της κυβέρνησής του στην εξουσία, επί πολλά έτη, να προκαλεί φθορά και αντιστοίχως µία αδικαιολόγητη πολλές φορές κόπωση της κοινωνίας. Με αποτέλεσµα να θεωρείται περίπου νοµοτελειακός ο τερµατισµός του βίου µιας κυβέρνησης, άσχετα αν η επάνοδός της στη διακυβέρνηση της χώρας δεν αποτελεί ένα απίθανο πολιτικό γεγονός.

Πράγµατι, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, και κυρίως στις πρώτες δεκαετίες της, το φαινόµενο αυτό της σταδιακής φθοράς ενός κυβερνώντος κόµµατος που είχε παραµείνει επί αρκετό καιρό στην εξουσία επαναλήφθηκε, µε συνέπεια. Χωρίς αυτό βεβαίως να σηµαίνει ότι µπορεί η εναλλαγή στην εξουσία να υπήρξε απολύτως επιτυχής ή να µην έχει µετανοήσει το εκλογικό σώµα για τις επιλογές του.

Η πρώτη διακυβέρνηση της χώρας µετά την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της δηµοκρατίας ανήκε στο νεοσυσταθέν από τον Κωνσταντίνο Καραµανλή κόµµα της Νέας ∆ηµοκρατίας, ένα κόµµα µε µακρά βιωσιµότητα στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, αφού µάλιστα κυβερνά σήµερα, πάνω από µισό αιώνα µετά. Αναµφισβήτητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Καραµανλής είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια κάποιας κοινωνικής δυσφορίας για την πολιτική του, που θα επέσπευδε ίσως τη φθορά εκείνης της κυβέρνησης, καθώς οι πολίτες αντιλαµβάνονταν πόσο δυσχερής ήταν η ανασυγκρότηση της χώρας µετά την περιπέτεια της δικτατορικής διακυβέρνησης. Και, κυρίως, της ανάγκης αντιµετώπισης των εθνικών ζητηµάτων, καθώς η πτώση των συνταγµαταρχών είχε ανοίξει συγχρόνως την πληγή του Κυπριακού.

Το ΠΑΣΟΚ του ’81

Παρ’ όλ’ αυτά και παρά την αναγνώριση από την κοινωνία του καραµανλικού έργου, εν τούτοις, κατά τους τελευταίους µήνες της διακυβέρνησης εκείνης, είχαν αρχίσει κάποιες γκρίνιες, που για δύο λόγους είχαν µετουσιωθεί σε κυβερνητική φθορά. Ο πρώτος λόγος ήταν η µεταπήδηση του αρχηγού της Νέας ∆ηµοκρατίας και πρωθυπουργού στο ανώτατο πολιτειακό αξίωµα, αυτό του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας. Η πρωθυπουργία Ράλλη δεν είχε εµπνεύσει, αν κι αυτό αδικεί εκείνον τον απόλυτα δηµοκρατικό πολιτικό άνδρα. Ο δεύτερος λόγος ήταν η απήχηση που άρχισε να έχει στην κοινωνία ο λαϊκιστικός λόγος του Ανδρέα Παπανδρέου και η εντυπωσιακή δηµοσκοπική άνοδος του ΠΑΣΟΚ, το οποίο κέρδισε µε εντυπωσιακό ποσοστό τις εκλογές του 1981. Μία νέα εποχή άρχιζε για την Ελλάδα, την οποία µάλιστα ο ηττηθείς πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης είχε χαιρετίσει µε την προφητική, όπως αποδείχθηκε χρόνια µετά, φράση: «Ελπίζω να µη µετανιώσει ο λαός για την επιλογή του αυτή».

Η κυριαρχία επί µία οκταετία του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, µετά την πολιτική ευφορία της πρώτης κυβερνητικής θητείας, είχε αρχίσει κατά τη δεύτερη να δείχνει στοιχεία φθοράς, τα οποία ενίσχυσε η αποκάλυψη σκανδάλων κυρίως οικονοµικής φύσεως, µε αποκορύφωµα την «υπόθεση Κοσκωτά» που, καλώς ή κακώς, είχε οδηγήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό ∆ικαστήριο, από το οποίο αθωώθηκε µε διαφορά µίας ψήφου. Αντιθέτως, καταδικάστηκαν ο ∆ηµήτρης Τσοβόλας και ο Γιώργος Πέτσος (αυτός µε αναστολή), ενώ, παρά το γεγονός ότι είχε παραπεµφθεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο στο Ειδικό ∆ικαστήριο ο Παναγιώτης Ρουµελιώτης, εν τούτοις, επειδή ήταν ευρωβουλευτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε αρνηθεί να άρει την ασυλία του. Η περίπτωση αυτή της πρώτης κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ ως κυβερνώντος κόµµατος στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης είναι ιδιαιτέρως ενδεικτική των κινδύνων φθοράς που αντιµετωπίζει ένα κόµµα, στην περίπτωση µάλιστα που η διακυβέρνησή του συνδέεται και µε συγκεκριµένες πολιτικές παθογένειες, πολύ δε περισσότερο αν συνδέεται µε σκανδαλώδεις διαχειρίσεις.

Πτώση εκ των έσω

Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι λίγο-πολύ γνωστά, καθώς, µετά την Οικουµενική Κυβέρνηση Ζολώτα, έπειτα από δύο εκλογικές αναµετρήσεις και κατά περιπετειώδη τρόπο για τη συγκρότηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η Νέα ∆ηµοκρατία υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Ασφαλώς και η διακυβέρνηση εκείνη δεν ήταν ανέφελη, παρά το γεγονός ότι είχε βάλει σε τάξη τα οικονοµικά της χώρας. Εν τούτοις, έτρεχαν συγκεκριµένες εκκρεµότητες στα εξωτερικά ζητήµατα, µε κυρίαρχο το Σκοπιανό και την τελική ονοµασία της γειτονικής χώρας, που αποτέλεσε σε τελευταία ανάλυση την αφορµή και την αιτία της πτώσης της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στη συγκεκριµένη περίπτωση δεν έχουµε µία αλλαγή που είναι το αποτέλεσµα µιας κυβερνητικής φθοράς από τη µακρά παραµονή µια κυβέρνησης στην εξουσία και την αντίστοιχη κόπωση του εκλογικού σώµατος. Εχουµε µία πτώση εκ των έσω, την οποία προκάλεσε η σύγκρουση Σαµαρά µε τον τότε πρωθυπουργό για το Μακεδονικό και την αποχώρηση του πρώτου από τη Νέα ∆ηµοκρατία, µε τις γνωστές στη συνέχεια εξελίξεις, που είχαν αποτέλεσµα την απώλεια από τη Ν.∆. της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τη διενέργεια εκλογών πριν από τη λήξη της κανονικής θητείας της κυβέρνησης εκείνης.

Εκείνες οι δραµατικές πολιτικές εξελίξεις οδήγησαν αφ’ ενός στην επάνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αφ’ ετέρου στην επιβεβαίωση της διαγραφής από τη λαϊκή συνείδηση της εκτεταµένης φθοράς που είχε υποστεί το Κίνηµα και ο αρχηγός του στη δεύτερη κυβερνητική τους θητεία. Ισως διότι από µερίδα του κόσµου είχε τελικώς θεωρηθεί άδικη η παραποµπή Παπανδρέου στο Ειδικό ∆ικαστήριο.

Μία νέα περίοδος ΠΑΣΟΚικής κυβερνητικής κυριαρχίας άρχιζε, µε την ανάδειξη µάλιστα ενός νέου αρχηγού και πρωθυπουργού, του Κώστα Σηµίτη, η µακρά διακυβέρνηση του οποίου υπήρξε µία πρόσθετη επιβεβαίωση της αναπόφευκτης φθοράς που η µακρά παραµονή στην εξουσία επιφέρει. Ειδικά µάλιστα όταν σε µία τέτοια διακυβέρνηση εντοπίζονται φαινόµενα είτε πολιτικής διαπλοκής είτε διαφθοράς, τα οποία η κοινή γνώµη τα αξιολογεί δεόντως. Και τελικώς αποφαίνεται καταδικαστικά. ∆εν είναι τυχαίο άλλωστε ότι είχαµε καταδίκες υπουργών της κυβέρνησης εκείνης από την ελληνική ∆ικαιοσύνη.

Βεβαίως, για να επέλθει αυτή η φθορά που οδήγησε και στην αλλαγή διακυβέρνησης, έπρεπε να περάσουν δυόµισι κυβερνητικές θητείες, για την επίτευξη των οποίων συνέβαλε και η µεγάλη εσωστρέφεια που παρατηρούνταν στον µεγάλο αντίπαλο του ΠΑΣΟΚ, το κόµµα της Νέας ∆ηµοκρατίας, και που όπως ήταν φυσικό απέτρεπε την κοινωνία να την εµπιστευθεί για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Τα πράγµατα άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά από το 1997, όταν επικεφαλής του κόµµατος που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραµανλής αναδείχθηκε ο ανιψιός του Κώστας, µε αποτέλεσµα να έχει ιδιαίτερο συµβολισµό το όνοµα, σε µία µάλιστα πολιτική συγκυρία χρονικά που άρχιζε και η κόπωση του εκλογικού σώµατος από τη διακυβέρνηση Σηµίτη. Μία κόπωση που εκφράστηκε στις εκλογές του 2000 µε την εντελώς οριακή διαφορά µε την οποία είχε κερδίσει τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ, κόπωση που είχε ενισχυθεί και από την ελπίδα για κάτι διαφορετικό, υπό τη νέα ηγεσία της τότε αξιωµατικής αντιπολίτευσης. Οι εκλογές στη λήξη της θητείας Σηµίτη ήταν µία εντυπωσιακή ήττα του κραταιού ΠΑΣΟΚ και άλλη µία επιβεβαίωση των συνεπειών της κυβερνητικής φθοράς, ανεξάρτητα από τους ποικίλους λόγους για τους οποίους αυτή προκαλείται.

Η πενταετής θητεία της διακυβέρνησης Καραµανλή, στην οποία βεβαίως πιστώνεται και η ιδιαιτέρως ενισχυτική της εικόνας της χώρας επιτυχής τέλεση των Ολυµπιακών Αγώνων, αλλά και η επιτυχής αντιµετώπιση των εξωτερικών εκκρεµοτήτων, µε παράλληλη ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας, ήλθε να επαληθεύσει την αναπόφευκτη για τις κυβερνήσεις φθορά από τη µακρά παραµονή τους στην εξουσία. Μία φθορά που επέτειναν ίσως κάποια δυσµενούς προοπτικής οικονοµικά στοιχεία, αλλά και η άρνηση της κοινής γνώµης να αποδεχθεί µέτρα δηµοσιονοµικής πειθαρχίας που είχε ανακοινώσει, πριν από τις εκλογές κατά τις οποίες ηττήθηκε, ο Κώστας Καραµανλής. Για ακόµη µία περίπτωση είχε ακολουθηθεί η γνωστή στην ελληνική πολιτική πραγµατικότητα φορά -και φθορά- των πράγµατων.

Ελλειψη εναλλακτικών

Καθώς βαδίζουµε προς τη λήξη της δεύτερης θητείας της νεοδηµοκρατικής κυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το ερώτηµα που είναι φυσικό να κυριαρχεί είναι αν η νοµοτελειακή εξέλιξη που αναλύθηκε πιο πάνω θα επιβεβαιωθεί για άλλη µια φορά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται από την ελληνική κοινωνία η σηµερινή κατάληξη της χώρας µε την αποκατάσταση της οικονοµικής της αξιοπιστίας κατ’ αρχάς και την επιτυχή ασφαλώς διόρθωση των «ηµαρτηµένων» της αριστερής κυβερνητικής διοίκησης που είχε προηγηθεί και που άφησε λαβωµένη τη χώρα και κυρίως την κοινωνία της. Ιδίως δε τη µεσαία τάξη.

Παρ’ όλ’ αυτά τα δηµοσκοπικά στοιχεία εµφανίζουν µία λαϊκή κόπωση που δεν αφορά µόνο την κυβέρνηση αλλά γενικότερα το πολιτικό σύστηµα, κάτι βεβαίως που δεν αποτελεί ευνοϊκή συγκυρία για την κυβέρνηση, πέραν όσων µπορεί µερίδα της κοινής γνώµης να της καταλογίζει δικαίως ή αδίκως. Υπό µία έννοια θα µπορούσε να προβλέψει κάποιος ότι στο προσεχές διάστηµα, όταν θα κληθεί ο κόσµος να αποφασίσει, ενδεχοµένως και η σηµερινή κυβέρνηση να ακολουθήσει την τύχη των προκατόχων της στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Υπάρχει πάντως σε σχέση µε το παρελθόν µία σηµαντική διαφορά την οποία δεν είναι δυνατόν να µη λαµβάνει υπόψη µερίδα της σκεπτόµενη κοινωνίας. Η διαφορά είναι ότι στις προηγούµενες περιπτώσεις, όπου η φθορά έπαιζε τον καθοριστικό της ρόλο, υπήρχαν εναλλακτικές κυβερνητικές λύσεις.

Σήµερα κόµµατα και πολιτικοί αρχηγοί µπορεί να υπάρχουν, αλλά λείπουν οι λύσεις που θα µπορούσαν να δώσουν. Με άλλα λόγια, την όποια φθορά φαίνεται να την αµβλύνει η έλλειψη εναλλακτικής. Και βεβαίως το ενδεχόµενο νέων περιπετειών για τη χώρα.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»