Θα μου επιτρέψετε στο σημερινό κείμενο να καταπατήσω κάποιες από τις βασικές αρχές συγγραφής των άρθρων που φιλοξενούνται την τελευταία τριετία στην ιστορική τελευταία σελίδα της «Απογευματινής».
Για παράδειγμα, είναι η πρώτη φορά που θα… προσπεράσω τον πληθυντικό ευγενείας που χρησιμοποιώ στον γραπτό λόγο και θα καταφύγω στον πρώτο ενικό.
Βλέπετε, μου είναι αδύνατο να παραθέσω με ψυχρό τρόπο τα συναισθήματα που μου προκάλεσαν τα βουρκωμένα μάτια του Ηλία Πουρσανίδη και του Μανώλη Βογιατζάκη δευτερόλεπτα μετά το τελευταίο σφύριγμα του Ευαγγέλου στο Πανθεσσαλικό.
Γιατί στέκομαι στους δύο συγκεκριμένους ανθρώπους και όχι για παράδειγμα στον «στρατηγό» Χρήστο Κόντη, τον «ευεργέτη» Μιχάλη Μπούση ή στους σύγχρονους ήρωες του «Ομίλου», τον Τιάγκο Νους, τον Θανάση Ανδρούτσο και όλα τα παιδιά που έστειλαν ολάκερη την Κρήτη στα ουράνια;
Η απάντηση είναι απλή: Για να εκτιμήσεις το μέγεθος και τη σημασία ενός τόσο ιστορικού επιτεύγματος, πρέπει να το αντικρίσεις μέσα από το βλέμμα των ακούραστων εργατών ενός συλλόγου. Όσο δακρυσμένο κι αν είναι! Οι πρωταγωνιστές -όπως είναι οι παίκτες, οι προπονητές και οι ιδιοκτήτες- απολαμβάνουν καθημερινά τα καλά και τα κακά της δημοσιότητας. Στελέχη, όμως, όπως ο γενικός διευθυντής και ο διευθυντής Επικοινωνίας της κρητικής ΠΑΕ μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την αξία μιας επιτυχίας που συντελείται εντός αγωνιστικών χώρων.
Διευκρινίζω κάτι: Ούτε με τον Βογιατζάκη, ούτε με τον Πουρσανίδη είμαστε… κολλητοί φίλοι. Θεωρώ, όμως, τιμή μου που μέσα από μια παράλληλη επαγγελματική διαδρομή πολλών ετών χτίσαμε μεταξύ μας μια σχέση αμοιβαίου ειλικρινούς σεβασμού και εκτίμησης. Το βράδυ του Σαββάτου, λοιπόν, συνέλαβα τον εαυτό μου να δακρύζει, αντικρίζοντας τα δικά τους βουρκωμένα μάτια. Ο λόγος είναι απλός:
Τεράστια ψυχικά αποθέματα
Σε μια ποδοσφαιρική κοινωνία που είναι… ποτισμένη από τοξικότητα, οπαδικό μίσος και τόνους δηλητήριο φανατισμού, πρέπει να διαθέτεις τεράστια ψυχικά αποθέματα για να επιλέξεις και να υποστηρίξεις με πολλές θυσίες ένα διαφορετικό μονοπάτι. Μια εναλλακτική διαδρομή που αποφάσισαν να ακολουθήσουν πριν από οκτώ χρόνια οι δύο πιο πιστοί συνεργάτες του Μιχάλη Μπούση. Σε μια εποχή που ο ΟΦΗ φυτοζωούσε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και απειλούνταν άμεσα με ποδοσφαιρικό αφανισμό, έχοντας βιώσει τον ξεπεσμό του υποβιβασμού στις αλάνες της Γ΄ Εθνικής.
Πιστέψτε με! Δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο στο περιβάλλον που βιώνουμε καθημερινά όλοι όσοι ασχολούμαστε με το ελληνικό ποδόσφαιρο να επιλέγεις μια διαδρομή που στηρίζεται στην ηθική και κυρίως στον σεβασμό στον αντίπαλο.
Να έχεις να διαχειριστείς την αρρώστια, που δυστυχώς μπολιάζει ολοένα και περισσότερα μυαλά ακόμη και υγιών φιλάθλων της δικής σου ομάδας, που δεν συγχωρούν την αποτυχία και στήνουν… λαϊκά δικαστήρια, ακόμη και έπειτα από ένα κακό αγωνιστικό δίμηνο. Ξεχάσαμε τι συνέβαινε στις αρχές της αγωνιστικής περιόδου σε κάθε παιχνίδι του ΟΦΗ στο Παγκρήτιο; Τις μαζικές αποδοκιμασίες εναντίον… δικαίων και αδίκων; Τη γιούχα ακόμη και προς τον Μιχάλη Μπούση και τους συνεργάτες του;
Δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολο να εξηγήσεις σε έναν κόσμο που βράζει και δεν ανέχεται οιασδήποτε μορφής αποτυχία ότι στο λεξικό του αθλητισμού υπάρχουν όροι όπως «πίστη», «υπομονή» και «εμπιστοσύνη». Δεν υπάρχει μόνο η λέξη «νίκη».
Αυτό το Κύπελλο του ΟΦΗ, λοιπόν, είναι αφιερωμένο στον κάθε Μανώλη και τον κάθε Ηλία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Σε όσους αντέχουν να αντιστέκονται στη λαίλαπα της καφρίλας και πορεύονται με αξίες που σπανίζουν συνολικά στην κοινωνία μας. Γιατί θύμισε σε όλους μας ότι και αυτό το εναλλακτικό μονοπάτι μπορεί να σε στείλει στα ουράνια!
Εφημερίδα Απογευματινή









