Η ελληνική πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, χαρακτηρίζεται από έντονη κινητικότητα προσώπων, με συνεχείς μετακινήσεις, αποχωρήσεις και επανατοποθετήσεις που συχνά δίνουν την εικόνα ενός συστήματος το οποίο λειτουργεί με όρους «μεταγραφών». Η ιδεολογική σταθερότητα, σε αρκετές περιπτώσεις, μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στη ρευστότητα των πολιτικών συσχετισμών και στην επιδίωξη της βουλευτικής έδρας.
Ιδιαίτερα στον χώρο της Κεντροαριστεράς, το τελευταίο διάστημα οι ανακατατάξεις είναι συνεχείς. Οι μετακινήσεις μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ, αλλά και η κινητικότητα γύρω από το νέο πολιτικό εγχείρημα που συνδέεται με τον Αλέξη Τσίπρα, αποτυπώνουν ένα τοπίο διαρκούς «επαναπροσδιορισμού», για να το πούμε κομψά.
Στο πλαίσιο αυτό, για παράδειγμα, ο Μαρίνος Σκανδάμης, προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ, ανέλαβε εν μια νυκτί ρόλο τομεάρχη στο οργανωτικό σχήμα του κόμματος Τσίπρα. Αντίστοιχα ο Νικόλας Φαραντούρης βρέθηκε στο επίκεντρο εσωτερικών διεργασιών στον ΣΥΡΙΖΑ, τόσο επί Αλέξη Τσίπρα όσο και επί Στέφανου Κασσελάκη, με διαφοροποιήσεις και αναπροσαρμογές της πολιτικής του στάσης, που ύστερα από ένα σύντομο πολιτικό «φλερτ» με τη Μαρία Καρυστιανού τον οδήγησαν τελικά στο ΠΑΣΟΚ.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η Έφη Αχτσιόγλου, η οποία αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ και παραιτήθηκε από τη βουλευτική της ιδιότητα την ίδια ώρα, σε αντίθεση με άλλους. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το ίδιο έκανε και ο Γιώργος Καραμέρος. Και οι δύο εμφανίζονται έτοιμοι να συμμετάσχουν στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, σε μια επιλογή που καταγράφηκε ως οργανωμένη, άμεση και πολιτικά συνεπής διαφοροποίηση. Πρόσφατα, ο κ. Χουρδάκης, ο οποίος εξελέγη με την Πλεύση Ελευθερίας και στη συνέχεια έγινε εκπρόσωπος Τύπου του κ. Κασσελάκη, ανακοίνωσε και εκείνος πως… είδε το φως το αληθινό, προφανώς κάπου αλλού. Θα δούμε πού.
Στον χώρο της Κεντροδεξιάς, οι μετακινήσεις έχουν επίσης αφήσει ισχυρό αποτύπωμα. Οι Άδωνις Γεωργιάδης και Μάκης Βορίδης, προερχόμενοι από τον ΛΑΟΣ, εντάχθηκαν στη Νέα Δημοκρατία το 2012, έχοντας προηγουμένως παραιτηθεί από τη βουλευτική τους έδρα πριν από την πλήρη ένταξή τους στο νέο πολιτικό τους περιβάλλον. Η επιλογή αυτή έχει καταγραφεί ως πράξη πολιτικής αποδέσμευσης και θεσμικής συνέπειας απέναντι στην κοινοβουλευτική τους ιδιότητα.
Παράλληλα, στον δημόσιο διάλογο καταγράφονται το τελευταίο διάστημα σενάρια και συζητήσεις γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά και ενδεχόμενες προσχωρήσεις στο υπό διαμόρφωση πολιτικό του εγχείρημα από πρόσωπα προερχόμενα από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας. Πολλά από αυτά φαίνεται να παίζουν το χαρτί της «διαπραγμάτευσης» με τη Νέα Δημοκρατία, επιδιώκοντας μια θέση στα ψηφοδέλτιά της.
Το φαινόμενο των πολιτικών μετακινήσεων δεν αφορά μία μόνο παράταξη ούτε μία συγκεκριμένη περίοδο. Από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, το πολιτικό σύστημα έχει γνωρίσει διασπάσεις, επανεντάξεις και αλλαγές κομματικής στέγης, άλλοτε ως αποτέλεσμα ιδεολογικών διαφοροποιήσεων και άλλοτε ως προϊόν πολιτικών ισορροπιών.
Η αλλαγή πολιτικής άποψης είναι θεμιτή σε μια δημοκρατία. Όταν όμως οι συνεχείς μετακινήσεις δεν εκλαμβάνονται ως εξέλιξη ιδεών αλλά ως προσαρμογή στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται. Γι’ αυτό και ο όρος «γυρολόγοι της πολιτικής» επανέρχεται διαρκώς στον δημόσιο λόγο. Στο τέλος, η κάλπη δεν κρίνει μόνο τα κόμματα και τα προγράμματα· κρίνει και τη συνέπεια των πολιτικών διαδρομών. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη «μεταγραφή» που καλούνται να αξιολογήσουν οι πολίτες.
Εφημερίδα Απογευματινή











