Συνταγματική αναθεώρηση: Συζήτηση…πολυτελείας και απόλυτης πολιτικής ουσίας

Ας συμφωνήσουν έστω στα αυτονόητα. Είναι πλέον ζήτημα εθνικής επιβίωσης να προσαρμοστεί η Ελλάδα στα νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα εντός κι εκτός συνόρων
11:45 - 22 Ιουλίου 2026
Νίκος Ανδρουλάκης, Αλέξης Τσίπρας και Κυριάκος Μητσοτάκης σε παλαιότερο ντιμπέιτ

Είναι -αν μη τι άλλο- σαφές ότι η συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης, ούτε ιντριγκάρει ούτε προσφέρεται για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου, το οποίο και διανύουμε. Πολλώ δε μάλλον, από την ώρα που με ευθύνη του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων -εδώ και πολλά χρόνια- κάθε συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών στη χώρα είτε κινείται στη σφαίρα των θεωρητικών προσεγγίσεων είτε καθίσταται αντικείμενο μικροκομματικής εκμετάλλευσης, με την οπτική γωνία μάλιστα να αλλάζει ακόμη και από μήνα σε μήνα ανάλογα με το τι συμφέρει τον εκάστοτε πολιτικό αρχηγό και την παράταξη της οποίας ηγείται.

Ωστόσο -και με φόντο την επικείμενη εκλογική αναμέτρηση (όσο κι αν αυτή η παράμετρος συνιστά ανασταλτικό παράγοντα)-, άπαντες οφείλουν να μπουν στη διαδικασία να συμφωνήσουν έστω στα αυτονόητα, μιας και είναι πλέον ζήτημα εθνικής επιβίωσης να προσαρμοστεί η Ελλάδα στα νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα εντός κι εκτός συνόρων. Διαφορετικά, με μαθηματική ακρίβεια το ρεύμα θα συμπαρασύρει όσους ομνύουν μεν στον ορθολογισμό και στη σταθερότητα, αλλά στην πραγματικότητα δρουν με βάση το πρόσκαιρο συμφέρον. Όπως ακριβώς συνέβη δηλαδή πριν από μερικά χρόνια, την περίοδο των μνημονίων, όταν την κρίση επιδείνωσε ακόμη περισσότερο η επέλαση κάθε μορφής λαϊκισμού και εξτρεμιστικής αντιμετώπισης του δημόσιου βίου.

Αλίμονο αν, σε έναν κόσμο που μετασχηματίζεται με ταχύτατους ρυθμούς, η χώρα εν έτει 2026 εξακολουθήσει να εγκλωβίζεται σε εμμονές και σκοπιμότητες άλλων δεκαετιών και να μην αντιμετωπίζει τις ταυτόχρονες επαναστάσεις, οι οποίες εκτυλίσσονται σε όλους τους τομείς, με τόλμη, γενναιότητα, συναίνεση, απέναντι στις πανθομολογούμενες ανάγκες που προκύπτουν καθημερινά, αλλά και με την απαραίτητη εγρήγορση. Αλίμονο, αν δεν δημιουργηθεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο σε ό,τι αφορά τη Δικαιοσύνη, και συνολικά το κράτος δικαίου που βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, την Εκπαίδευση, τον περιβόητο νόμο περί ευθύνης υπουργών, τις σχέσεις του πολίτη με την κρατική μηχανή, ακόμη και ζητήματα που άπτονται της διαχείρισης μιας νέας πραγματικότητας σε επίπεδο τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ξεκινώντας από την κυβέρνηση, θα έλεγε κανείς ότι πράγματι και απολύτως ορθά ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε στα παραπάνω μέτωπα, ανοίγοντας τη σχετική συζήτηση, έστω και εν είδει πολιτικού ελιγμού. Όμως, εξαιτίας αυτού του συγκεκριμένου παράγοντα (αφού οι αντίστοιχες εξαγγελίες ήρθαν σε μια περίοδο που η κυβέρνηση ήταν στριμωγμένη πολιτικά), η πραγματικά θεσμική αυτή πρωτοβουλία απώλεσε εν τη γενέσει της κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά που θα έρεπε να διαθέτει και τα οποία θα τόνιζαν το ηγετικό προφίλ του πρωθυπουργού, αφού εκ προοιμίου δεν υφίσταται αντίπαλον δέος για τον ίδιο και ιδιαίτερα σε ένα τέτοιο γήπεδο.

Βλέπετε, αντί να υπάρξει ξεκάθαρη στόχευση και επιμονή της κυβερνητικής πλευράς στα μεγάλα διακυβεύματα, η εικόνα θόλωσε εν μέσω αντεγκλήσεων για το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή που ήλθε στην επικαιρότητα σαν μιας μορφής εσωτερικό «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» μεταξύ των εξωκοινοβουλευτικών του Μαξίμου και των κοινοβουλευτικών στελεχών της ΝΔ ή για το γερμανικό μοντέλο, λες και αυτή η παρέμβαση συνιστούσε προτεραιότητα ή θα έλυνε το οποιοδήποτε θεσμικό πρόβλημα. Ενδεικτικά ήταν τα όσα ελέχθησαν στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ, όπου -όπως αναμενόταν- τα θέματα αυτά τελείωσαν με συνοπτικές διαδικασίες και μένει να φανεί αν αυτή η παράσταση ενότητας θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των σοβαρών ζητημάτων.

Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ -λησμονώντας το θεσμικό, κυβερνητικό και κοινωνικό παρελθόν του- έλεγε «όχι σε όλα», λες και πρόκειται για μια δύναμη διαμαρτυρίας και λαϊκίστικων συνθημάτων, με τη Χαριλάου Τρικούπη να μην ξεχνά (για ακόμη μία φορά) πως όσοι έλκονται από αυτού του είδους την τακτική, έχουν πιο γνήσιους εκπροσώπους μέσω των οποίων μπορούν να εκφραστούν. Η συνθήκη αυτή σε συνδυασμό με την επανεμφάνιση Τσίπρα, ο οποίος σίγουρα έχει μεγαλύτερο ταλέντο από τον Ανδρουλάκη σε ό,τι έχει να κάνει με την προσπάθεια προσέγγισης του αντιμητσοτακικού ακροατηρίου, έφερε το άλλοτε κραταιό «Κίνημα» και πάλι στην τρίτη θέση να αναζητά λόγο και ρόλο.

Αφήνοντας τελευταίο τον πρώην πρωθυπουργό, η στάση που θα τηρήσει στο κομμάτι της συνταγματικής αναθεώρησης θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο πρόσημο που θα συνοδεύσει το νέο του πολιτικό εγχείρημα στον δρόμο προς τις κάλπες. Αν δηλαδή επικρατήσει η εικόνα του «μετριοπαθούς» πολιτικού άνδρα που επιχειρεί να φιλοτεχνήσει ή αν τελικώς το στοιχείο αυτό θα πνιγεί στην ολική επαναφορά της ρητορικής που παραπέμπει στην εποχή ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και πριν από τη μνημονιακή στροφή, χάριν της επίτευξης του στόχου για συσπείρωση του μεγαλύτερου κομματιού της Αριστεράς, κάτι που φαίνεται να του βγαίνει, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις. Σε αυτό το σημείο θα φανούν πολλά αναφορικά με τα διλήμματα που θα έχουμε μπροστά μας πριν από τις κάλπες, έστω κι αν η συνταγματική αναθεώρηση θεωρείται -και υπό τις παρούσες συνθήκες- ένα ζήτημα… πολυτελείας για τον Έλληνα πολίτη.

Εφημερίδα Απογευματινή