Στο αρχαίο θέατρο του Δίου ο Μανώλης Μητσιάς στάθηκε απέναντι στο κοινό και αντί να τραγουδήσει τον «Γιάννη τον φονιά» τον απήγγειλε. Η απαιτούμενη άδεια δεν είχε δοθεί για τη συγκεκριμένη παραγωγή. Ο Γιώργος Χατζιδάκις, θετός γιος του μεγάλου δημιουργού, διευκρίνισε αργότερα ότι ουδέποτε απαγόρευσε στον ερμηνευτή να λέει το τραγούδι. Η άρνησή του αφορούσε αποκλειστικά την εταιρεία και τη συγκεκριμένη σειρά συναυλιών. Η εξήγηση αποκαθιστά μια ουσιώδη πραγματολογική λεπτομέρεια, δεν εξαφανίζει όμως το ερώτημα που γεννήθηκε εκείνο το βράδυ.
Νομικά τα πράγματα είναι καθαρά. Ο δημιουργός και μετά τον θάνατό του οι νόμιμοι δικαιούχοι διαθέτουν την εξουσία να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη δημόσια εκτέλεση. Χωρίς αυτή την ασπίδα, το κάθε έργο θα μπορούσε να παραποιείται, να ευτελίζεται ή να εμπορευματοποιείται ανεξέλεγκτα. Η υπεράσπιση του καλλιτεχνικού ήθους δεν είναι ιδιοτροπία. Αποτελεί ευθύνη. Υπάρχει ωστόσο και μια δεύτερη αλήθεια, που κανένα συμβόλαιο δεν μπορεί να περιγράψει πλήρως. Ορισμένα τραγούδια ξεπερνούν τον δίσκο, την αμοιβή και την εποχή τους. Μπαίνουν στα σπίτια, συνοδεύουν αποχωρισμούς, γιορτές και κηδείες, γίνονται ψίθυρος στα χείλη ανθρώπων που ίσως αγνοούν ποιος έγραψε τον στίχο ή τη μελωδία. Δεν παύουν να έχουν δημιουργό, αποκτούν όμως μια πλατύτερη πατρίδα. Τη μνήμη ενός λαού.
Ο Μητσιάς δεν είναι ένας τυχαίος χρήστης αυτής της σύνθεσης. Υπήρξε η πρώτη φωνή που της έδωσε σώμα στην «Αθανασία» του 1976 και την κουβαλά επί μισό αιώνα. Ο ακροατής συχνά γνωρίζει ένα κομμάτι μέσα από τον ερμηνευτή, επειδή εκείνος του χαρίζει ανάσα, χρώμα και συγκίνηση. Αυτή η συμβολή δεν γεννά κυριότητα, θεμελιώνει όμως έναν δεσμό που αξίζει σεβασμό. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν οι δικαιούχοι μπορούν να πουν «όχι». Ασφαλώς μπορούν. Είναι πότε, γιατί και με ποια αναλογία το λένε. Άλλο η αποτροπή μιας κακόγουστης αλλοίωσης και άλλο η στέρηση ενός εμβληματικού δημιουργήματος από μια σοβαρή συναυλία εξαιτίας διαφοράς με τον παραγωγό. Όταν η κύρωση πλήττει τελικά το ακροατήριο και τον αυθεντικό ερμηνευτή, η νόμιμη εξουσία κινδυνεύει να μοιάσει πολιτιστικά άστοχη.
Οι κληρονόμοι μεγάλων δημιουργών δεν παραλαμβάνουν μόνο περιουσιακά δικαιώματα. Γίνονται θεματοφύλακες του πολιτισμού. Οφείλουν να προστατεύουν χωρίς να φυλακίζουν, να αποτρέπουν την καπηλεία χωρίς να νεκρώνουν τη διάδοση. Διότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν καταργεί την ιδιοκτησία, αλλά της προσθέτει ένα βαρύτερο χρέος. Να κρατά το έργο ζωντανό και προσιτό. Η εξουσία, άλλωστε, κρίνεται όχι μόνο από τη νομιμότητά της αλλά και από τη χρήση της. Όσο σπουδαιότερη είναι η παρακαταθήκη τόσο περισσότερη διαφάνεια, διάλογο και γενναιοδωρία απαιτεί η διαχείρισή της. Η άδεια δεν πρέπει να γίνεται όπλο σε ξένες αντιδικίες.
Στο Δίον η μελωδία σώπασε, μα οι θεατές συνέχισαν τους στίχους. Ίσως αυτή να ήταν η πιο εύγλωττη απάντηση. Ένα μεγάλο τραγούδι έχει υπογραφή, δικαιούχους και κανόνες. Όταν όμως ριζώσει βαθιά στη συλλογική ψυχή ενός λαού, κανείς δεν μπορεί να το κατέχει ολομόναχος.
Εφημερίδα Απογευματινή











