Γιατί να θέλουν τα παιδιά τις κλασικές σπουδές;

Να τους μιλήσουν για τη σημασία των Ανθρωπιστικών Σπουδών και τις δυνατότητες που αυτές δίνουν
12:30 - 14 Αυγούστου 2026
Πανεπιστήμιο

Οδυνηρές οι διαπιστώσεις από την αποκάλυψη των φετινών βάσεων εισαγωγής των ΑΕΙ από πολλές απόψεις. Κυρίαρχη η εμπέδωση της παρακμής των Σχολών Θεωρητικής Κατεύθυνσης. Πρόκειται για τμήματα στα οποία οι βάσεις εισαγωγής έχουν κατρακυλήσει έως και 50% σε σχέση με εκείνες που ίσχυαν μέχρι πριν από 15 χρόνια. Είναι σύνθετη η αιτιολόγηση αυτού του φαινομένου, χωρίς αμφιβολία. Όμως για να το συνοψίσουμε απλά και λαϊκά, τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται να σπουδάσουν Φιλολογία ή Ιστορία και γενικά Ανθρωπιστικές Επιστήμες.

Ο πρώτος και κύριος λόγος είναι ότι έχει πλέον θαμπώσει σημαντικά το όνειρο για μια μόνιμη και ασφαλή θέση στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης. Κακά τα ψέματα, μέχρι πρότινος όλα αυτά τα τμήματα, όπως εν πολλοίς και εκείνα των Μαθηματικών και της Φυσικοχημείας, ήταν οι λεγόμενες «καθηγητικές σχολές». Είχαν δηλαδή συνδεθεί με τον διορισμό στη μέση εκπαίδευση σχεδόν δικαιωματικά, μέσω της διαβόητης επετηρίδας.

Ο ερχομός του ΑΣΕΠ, ο πληθωρισμός των πτυχιούχων εν αναμονή «αδιόριστων» εκπαιδευτικών, το πάγωμα των προσλήψεων στα χρόνια της κρίσης και η εμπειρία των χρόνιων αναπληρωτών έστειλε όλη αυτή τη βεβαιότητα στο καλάθι των αχρήστων. Μια ολόκληρη γενιά αποφοίτων αυτών των σχολών συνδέθηκε με την επισφαλή, υποαμειβόμενη ή και μαύρη εργασία σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα ή σε οποιεσδήποτε άλλες εργασίες, αλλότριες των σπουδών.

Γιατί λοιπόν να θέλουν τα παιδιά σήμερα να σπουδάσουν εκεί; Αφού ολόκληρη η ελληνική κοινωνία έχει γαλουχηθεί ότι το πανεπιστήμιο είναι ο προθάλαμος μιας θέσης στο Δημόσιο ή ενός κοινωνικά ευυπόληπτου ελεύθερου επαγγέλματος (με συνήθως ευχέρεια για αφανή εισοδήματα); Και όταν μάλιστα οι ίδιες αυτές σχολές δεν καταβάλουν καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια να επανασυστήσουν τον εαυτό τους στην κοινωνία και στους νέους; Να τους μιλήσουν για τη σημασία των Ανθρωπιστικών Σπουδών και τις δυνατότητες που αυτές δίνουν… Και όταν τέλος η πολιτεία δεν δίνει δεκάρα πραγματικά για τη βιωσιμότητα και ευημερία των σχολών αυτών.

Γιατί, σκεφτείτε, μιλάμε για Τμήματα Ανθρωπιστικών Σπουδών που παραπαίουν, σε μια χώρα όπου κανονικά θα διαγκωνίζονταν νέοι από όλο τον κόσμο να έρθουν να σπουδάσουν Ιστορία, Αρχαιολογία, Φιλολογία, Φιλοσοφία, Θεολογία, Θέατρο, αλλά και Μαθηματικά και Φυσική, γιατί όχι… Το Μαθηματικό στο «νησί του Πυθαγόρα» έμεινε χωρίς πρωτοετείς φοιτητές. Και εμείς έχουμε μείνει στην εποχή που μετράμε τις «κενές θέσεις εισακτέων» με αγωνία για να δούμε πόσο θα κοντύνει η κρατική χρηματοδότηση.

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!», θα έλεγε αυθόρμητα ο ποιητής. Το εκπαιδευτικό δυναμικό και το διοικητικό σύστημα των ΑΕΙ παραμένουν εν πολλοίς εγκλωβισμένα στην εξυπηρέτηση ιδεών και σχημάτων που δύσκολα βρίσκουν αντιστοίχιση στο παρόν. Στην εποχή του θριάμβου της παραγωγής περιεχομένου, και ενώ τις επόμενες δεκαετίες η παραγωγή ελεύθερου λόγου και σκέψης θα γίνει σπάνιο εφόδιο απέναντι στην βιομηχανική αναπαραγωγή της τεχνητής νοημοσύνης, συνεχίζουμε να σερβίρουμε στους εφήβους και τους νέους προτάσεις σπουδών και εργασίας που μοιάζουν βγαλμένες από τα έγκατα του περασμένου αιώνα.

Είναι δυνατή μια φυγή προς τα εμπρός; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, καλεί προς απάντηση, την επιτάσσει θα έλεγε κανείς. Αν δεν καταφέρουν οι Ανθρωπιστικές Σπουδές στην Ελλάδα να επανεφεύρουν τον εαυτό τους και να επανασυστηθούν στην εθνική μας και την παγκόσμια κοινωνία, τα μαντάτα είναι πολύ άσχημα. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν, είναι εδώ, ας μη μεμψιμοιρούμε.

Η τρέχουσα τεράστια παγκόσμια επιτυχία της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν αποδεικνύει ότι οι κλασικές σπουδές και εν γένει η ανθρωπιστική παιδεία θα βρίσκει πάντα πεδίο άνθησης στην αγορά. Γιατί πρωτίστως αναφέρεται στα αρχέτυπα της ανθρώπινης φύσης και συμπεριφοράς. Αρκεί να θυσιάσουμε τον βολικό εγκιβωτισμό μας στη μικροδιαχείριση που μας έχει δεσμεύσει στην υπηρεσία του ελάχιστου. Μπορούμε; Αν διαβάσουμε ξανά την ομηρική «Οδύσσεια» μπορεί να βρούμε την απάντηση…

*Ο κ. Χαραλαμπίδης είναι δημοσιογράφος, ιστορικός