Επί πολύ καιρό μονοπώλησε σχεδόν την πολιτική και παραπολιτική συζήτηση στη χώρα μας μια ατέρμονη εικοτολογία περί τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών. Έδιναν κι έπαιρναν οι εκτιμήσεις και οι φήμες, ακόμα και για συγκεκριμένες ημερομηνίες προκήρυξης ή διεξαγωγής των εκλογών. Έφτασαν κάποιοι να διακινούν ακόμα και ότι ο πρωθυπουργός πρόκειται να πάει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να ζητήσει διάλυση της Βουλής στα τέλη Αυγούστου. Τέτοια σιγουριά. Τέτοια βεβαιότητα. Και ενώ ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κατ’ επανάληψη δεσμευτεί ότι οι εκλογές θα γίνουν «στην ώρα τους», τιμώντας τη συνταγματική τάξη.
Ποιοι ήταν αυτοί που εξύφαιναν και διακινούσαν αυτά τα σενάρια; Και μας τα σέρβιραν κιόλας ως πληροφορίες, επειδή δεν μπορούσαν να πουν φυσικά ότι είναι οι προσωπικές τους εκτιμήσεις, αν όχι και επιθυμίες; Ήταν ασφαλώς κάποια πολύ σοβαρά οικονομικά, δηλαδή επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία πολύ θα ήθελαν να μπει η χώρα σε έναν κύκλο πολιτικής μόχλευσης πρόωρα. Ήταν ακόμα μέσα ενημέρωσης που συνδέονται με αυτά τα συμφέροντα. Ήταν διάφοροι πολιτικοί παράγοντες και αναλυτές που έβλεπαν τις πρόωρες εκλογές ως ευκαιρία να πάει η χώρα στις κάλπες σε ένα τοπίο θολό, γεμάτο με συγκεχυμένες μικροκομματικές υποσχέσεις και ατμόσφαιρα σκανδαλολογίας.
Ήταν όμως τέλος, και αυτό δεν πρέπει να παραβλεφθεί, και κάποια στελέχη της κυβερνητικής παράταξης, που είχαν πειστεί ότι το συμφέρον της βρίσκεται στην όσο το δυνατόν συντομότερη προσφυγή σε εκλογές. Χωρίς να σταθμίζουν πόσο αυτό θα πλήγωνε την αξιοπιστία του Μητσοτάκη που δεν έπαυε να διαβεβαιώνει ότι δεν θα πάμε σε πρόωρες κάλπες.
Τώρα, αφού μας ζάλισαν επί εβδομάδες και μήνες για εκλογές τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο, τον Νοέμβριο, κατάλαβαν όλοι ότι η σπέκουλα πήγε στον κάλαθο των αχρήστων, και βρήκαν άλλο αφήγημα. «Ο Μητσοτάκης ήθελε να κάνει εκλογές, αλλά δεν του… βγαίνουν τα κουκιά!» Τέτοια σοβαρότητα. Το μεγαλύτερο ελάττωμα αυτής της συλλογιστικής συνολικά είναι ότι υποδύεται την πολιτική ανάλυση χωρίς να είναι πραγματικά. Γιατί η ουσιαστική πολιτική ανάλυση υπεδείκνυε σταθερά ότι η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός προσωπικά δεν έχουν να κερδίσουν κάτι ουσιώδες από τις πρόωρες εκλογές, το αντίθετο.
Όλα τα πολιτικά χαρακτηριστικά του Κυριάκου Μητσοτάκη και της διακυβέρνησής του παραπέμπουν σε ένα περιβάλλον ασφάλειας, σταθερότητας και αξιοπιστίας. Κινήσεις εντυπωσιασμού και καιροσκοπισμού έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με αυτό το υπόδειγμα διακυβέρνησης και υποσκάπτουν ευθέως την εικόνα ηγεσίας και διακυβέρνησης που έχει προσπαθήσει αυτός να χτίσει. Δεν θέλω να πω ότι όπως κάθε πολιτικός, έτσι και ο σημερινός πρωθυπουργός δεν λαμβάνει υπόψη τη συγκυρία και τη δυναμική των εξελίξεων. Κάθε άλλο, κάτι τέτοιο θα ήταν άστοχο ασφαλώς. Όμως, σημασία δεν έχει αυτή καθαυτή η πρόσληψη μιας πραγματικότητας, όσο κυρίως η αντίληψη μέσα από την οποία ο εκάστοτε ηγέτης «διαβάζει» το πολιτικό τοπίο και τα δεδομένα του.
Και ακόμα περισσότερο το πνεύμα κατοχής των μέσων και δυνατοτήτων να ελέγξει το πολιτικό παιχνίδι σε κάθε φάση του. Το πνεύμα αυτό δεν είναι αλάνθαστο ούτε ανίκητο, αλίμονο. Είναι όμως ένα κεντρικό εφόδιο που δεν επιτρέπει στον πολιτικό να άγεται από τις εξελίξεις, αλλά αντίθετα να προσπαθεί να τις καθοδηγήσει ο ίδιος με τις ενέργειές του.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποδείξει ότι αυτό το πνεύμα το κατέχει. Και αυτό σημαίνει ότι άσχετα από το όποιο αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών, που θα είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων ασφαλώς, ο ίδιος πρωθυπουργός δεν θα υπέκυπτε στην πίεση, συμπράττοντας σε μια εκούσια μείωση της δυνατότητάς του να ελέγχει την πολιτική σκακιέρα.
Σε αυτό απ’ ό,τι φαίνεται αρκετοί δεν τον είχαν «μετρήσει» σωστά.
*Ο κ. Χαραλαμπίδης είναι δημοσιογράφος, ιστορικός











