Η Εθνική μαθαίνει τα όριά της

Το ελληνικό ποδόσφαιρο βρίσκεται ακόμη σε στάδιο προσαρμογής προσπαθώντας να διαχειριστεί το πρωτόγνωρο επιθετικό ταλέντο που διαθέτει στη δεξαμενή του
18:37 - 29 Σεπτεμβρίου 2026
Η Εθνική μαθαίνει τα όριά της

Μας επιτρέπετε να αρχίσουμε το σημερινό μας κείμενο βγάζοντας το καπέλο στον Ιβάν Γιοβάνοβιτς; Δεν το πράττουμε επειδή η εθνική μας ομάδα πανηγύρισε τον πρώτο ιστορικό της θρίαμβο επί της Γερμανίας. Θα το κάναμε ακόμη κι αν το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα είχε ηττηθεί από το συγκρότημα του Γιούργκεν Κλοπ κατά την επίσκεψή του στο Άουγκσμπουργκ.

Θα επιμένουμε με όλη τη δύναμη της… γραφής μας, ότι τα αποτελέσματα της εθνικής μας ομάδας στο Nations League δεν πρέπει να εξετάζονται μέσα από το φίλτρο βραχυπρόθεσμης διαχείρισης συναισθημάτων που προκαλεί μια νίκη ή μια ήττα, αλλά μέσα από ένα πρίσμα μακροπρόθεσμης προοπτικής που μπορεί να οδηγήσει τη «γαλανόλευκη» σε μονοπάτια τα οποία δεν χωρά ο νους ακόμη και του πιο αισιόδοξου Έλληνα οπαδού.

Υπό αυτή τη λογική η προσπάθεια προσαρμογής του ομοσπονδιακού μας τεχνικού στις ανάγκες του πρωτόγνωρου υλικού που έχει να διαχειριστεί είναι άξια αναφοράς και… υπόκλισης!

Ξέρετε, δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο 64 ετών να παρεκκλίνει από αρχές και κανόνες που χαρακτηρίζουν μια πετυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία δεκαετιών. Όχι μόνο στο ποδόσφαιρο ή τον αθλητισμό, αλλά παντού!

Πάρτε για παράδειγμα τον κορυφαίο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ! Όταν έφτασε η στιγμή να καταφύγει σε μια διαφορετική συνταγή από εκείνη που οδήγησε τον Ολυμπιακό στο έπος του Conference League, ο σπουδαίος Βάσκος δεν κατάφερε (ή δεν θέλησε) να δοκιμάσει ένα εναλλακτικό σχέδιο δράσης.

Ο Γιοβάνοβιτς, αντίθετα, δείχνει πιο έτοιμος να ανταποκριθεί στην πρόκληση διαχείρισης του πιo πληθωρικού επιθετικά ρόστερ που είχε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Η επιλογή του για δεύτερο διαδοχικό παιχνίδι να εμπιστευτεί σχήμα με τέσσερις καθαρόαιμους επιθετικούς (και αυτήν τη φορά μάλιστα με αντίπαλο τα «πάντσερ» εκτός έδρας), αποτελεί όχι μόνο οδηγό για το μέλλον της εθνικής μας ομάδας, αλλά και προσωπικό παράσημο του ιδίου.

Η αλήθεια του Σβαϊνστάιγκερ

Χωρίς ίχνος υπερβολής ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς δοκιμάζει τα όρια της φουρνιάς που διαχειρίζεται. Το βράδυ της Κυριακής άπαντες εντός και εκτός «γαλανόλευκων» αποδυτηρίων αντιληφθήκαμε ότι με το σωστό πλάνο ακόμη και μια ομάδα που θα παραταχθεί με τέσσερις επιθετικούς στην ενδεκάδα της μπορεί να αμυνθεί σωστά και έξυπνα.

Ελάχιστοι ποδοσφαιριστές στον κόσμο μπορούν πλέον να διακριθούν σε κορυφαίο επίπεδο χωρίς να έχουν πολύπλευρη συνεισφορά στο χορτάρι. Αν, για παράδειγμα, ο Τζόλης δεν καλύπτει το μπακ του στην Άρσεναλ, ξέρει ότι ο Αρτέτα θα τον καθίσει σύντομα δίπλα του στον πάγκο. Αν ο Καρέτσας δεν πράττει το ίδιο στα παιχνίδια της Ντόρτμουντ, θα έχει επίσης την ίδια τύχη.

Για παιδιά όπως ο Κωστούλας δεν χρειάζεται να το συζητάμε. Αυτός… έτρεχε σαν το σκυλί αγωνιζόμενος πίσω από το φορ από τα αρχικά βήματα εκτόξευσής του στην πρώτη ομάδα του Ολυμπιακού.

Δεν βρίσκεται, όμως, μόνο ο ομοσπονδιακός μας τεχνικός σε διάστημα εκμάθησης. Βρίσκεται ολόκληρη η ποδοσφαιρική μας κοινωνία που καλείται να διαχειριστεί πρωτόγνωρα συναισθήματα που σου προκαλεί μια εθνική ομάδα η οποία σε γεμίζει ποδοσφαιρικά!

Μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε ότι θα ερχόταν η μέρα που λαοί με την αθλητική κληρονομιά των Γερμανών ή των Ιταλών θα ζήλευαν το ατομικό ταλέντο και την ποιότητα των διεθνών παικτών μιας μικρής χώρας όπως η Ελλάδα;

Τα λόγια του Μπάστιαν Σβαϊνστάιγκερ μετά το διπλό της Εθνικής μας στο Άουγκσμπουργκ αντανακλούν τη μοναδικότητα μιας νέας σελίδας που βρίσκεται ακόμη στον πρόλογό της: «Εμείς έχουμε μια μέτρια ομάδα. Οι Έλληνες έχουν παίκτες της ποιότητας ενός Καρέτσα, ενός Τζόλη και ενός Παυλίδη». Με το χέρι στην καρδιά ποιος μπορεί να διαφωνήσει μαζί του;

Εφημερίδα Απογευματινή