Το όργιο βίας δίνει τη νίκη στη Λεπέν

Αν τελικά αναμετρηθεί με τον Ζαν-Λικ Μελανσόν στις εκλογές του 2027, κερδίζει με σαρωτική διαφορά δύο προς ένα
14:09 - 21 Οκτωβρίου 2026

Κάθε μία περίπου γενιά η πορεία της γαλλικής δημοκρατίας καθορίζεται στους δρόμους. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι αυτό συνέβη ξανά το Σαββατοκύριακο. Ούτε ότι, παρόλο που τα γεγονότα προκλήθηκαν από την άκρα Αριστερά, εκείνη που θα ωφεληθεί είναι η άκρα Δεξιά.

Όσοι παρακολουθούν τα γεγονότα από μακριά ίσως να μην έχουν αντιληφθεί την έκταση ή τη σφοδρότητα όσων συνέβησαν. Οι ταραχές -που σε ορισμένα μέρη άγγιξαν τα όρια του πολέμου μέσα στις πόλεις- οι οποίες ξέσπασαν σε ολόκληρη τη χώρα από αργά το απόγευμα του Σαββάτου και μετά ήταν οι χειρότερες εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Οι διαμαρτυρίες μαθητών λυκείου για τον αριθμό των μαθητών ανά τάξη, την έλλειψη εκπαιδευτικών και τα σχολικά κτίρια που καταρρέουν συνεχίζονται εδώ και έναν μήνα, συνοδευόμενες κατά διαστήματα από σποραδικά επεισόδια βίας.

Τις τελευταίες ημέρες προστέθηκε σε αυτές η επανεμφάνιση των «Κίτρινων Γιλέκων», απλών Γάλλων της επαρχίας που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με τις αυξανόμενες τιμές και οι οποίοι έγιναν για πρώτη φορά γνωστοί το 2018 διαμαρτυρόμενοι για την υψηλή τιμή του ντίζελ, η οποία εκτοξεύεται ξανά μαζί με άλλα κόστη.

Καταρτίστηκαν σχέδια ώστε οι «jeunes et jaunes» («οι νέοι και οι κίτρινοι») να ενωθούν το Σάββατο σε πορείες σε κάθε μεγάλη πόλη. Η ημέρα εξελίχθηκε αρκετά ειρηνικά. Οι νέοι και οι κίτρινοι πράγματι διαδήλωσαν μαζί, με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών, γονέων και συνδικαλιστών – συνολικά από 500.000 (σύμφωνα με την εκτίμηση της αστυνομίας) έως 800.000 (σύμφωνα με την εκτίμηση των διοργανωτών) σε ολόκληρη τη χώρα.

Σκοτεινές δυνάμεις

Υπήρξαν ελάχιστα επεισόδια. Μέχρι που ολοκληρώθηκαν οι επίσημες διαμαρτυρίες και οι διοργανωτές άρχισαν να αποχωρούν. Τότε ήταν που ανέλαβαν δράση πολύ πιο σκοτεινές και βίαιες δυνάμεις.

Αυτό συμβαίνει συχνά στο τέλος των γαλλικών διαδηλώσεων. Αλλά αυτήν τη φορά η αταξία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο.

Εξέτασα τα πρωτοσέλιδα των κυριότερων περιφερειακών κυριακάτικων εφημερίδων της Γαλλίας (στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εθνικός Τύπος στη Γαλλία). Καθεμία από αυτές είχε φωτογραφίες κτιρίων που παραδίδονταν στις φλόγες και τραμπούκων που δρούσαν ανεξέλεγκτα, με τη λέξη «χάος» σε τεράστιους τίτλους. Ορισμένες πρόσθεταν ακόμη μία λέξη – «εξέγερση».

Αν μη τι άλλο, αυτό ήταν υποτίμηση της κατάστασης. Το κέντρο σχεδόν κάθε μεγάλης και μικρής πόλης είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Η καρδιά του Παρισιού, από τα Ηλύσια Πεδία μέχρι τη Βαστίλη, έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη. Παντού επικρατούσε καταστροφή.

Οι εκτεταμένες λεηλασίες ήταν οι χειρότερες που μπορούσε κανείς να θυμηθεί. Νεαροί με καλυμμένα πρόσωπα, σχεδόν όλοι ντυμένοι στα μαύρα, πολλοί με παλαιστινιακές μαντίλες τυλιγμένες γύρω τους, έβγαιναν από καταστήματα με τσάντες γεμάτες ρούχα, αθλητικά παπούτσια και έξυπνα κινητά τηλέφωνα.

Η αστυνομία απλώς δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση. «Υπήρξε ένα επίπεδο βίας που πιστεύω ότι δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ», δήλωσε ο συγκλονισμένος αντιδήμαρχος της πρωτεύουσας.

Η κατάσταση ήταν χειρότερη στη Μασσαλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γαλλίας, όπου η αστυνομία αναγκάστηκε να υποχωρήσει και ουσιαστικά έχασε τον έλεγχο του κέντρου της πόλης για αρκετές ώρες.

Καταστροφή

Ο κεντρικός δρόμος της Λιόν, της κομψής τρίτης μεγαλύτερης πόλης της Γαλλίας και γαστρονομικής πρωτεύουσάς της, καταστράφηκε από τους λεηλάτες – σπασμένα παράθυρα, άδεια ράφια, συντρίμμια παντού.

Το γραφείο τουρισμού πυρπολήθηκε και αφέθηκε να καεί ολοσχερώς, επειδή τραμπούκοι με καλυμμένα πρόσωπα δεν επέτρεπαν στους πυροσβέστες να το πλησιάσουν. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει ο άχρηστος δήμαρχος της πόλης, που ανήκει στους Πράσινους, ήταν κοινοτοπίες περί του ότι όλα αυτά ήταν «απαράδεκτα».

Κανένα μεγάλο αστικό κέντρο δεν γλίτωσε από τις ταραχές. Από τη Νίκαια στον νότο μέχρι τη Λιλ στα βορειοανατολικά, από το Μπορντό στα δυτικά μέχρι την Γκρενόμπλ στα νοτιοανατολικά, η Γαλλία βυθίστηκε σε ένα όργιο βίας, εμπρησμών, ανεξέλεγκτων επιθέσεων, κλοπών και καταστροφών.

Ακόμη και τα δημαρχεία της Μασσαλίας και της Λιλ δέχθηκαν εισβολές και υπέστησαν σοβαρούς βανδαλισμούς. Αυτό έχει σημασία στη Γαλλία, όπου οι εκλεγμένοι δήμαρχοι διαθέτουν πραγματική εξουσία και το δημαρχείο -το hôtel de ville- θεωρείται τοπικό σύμβολο της δημοκρατίας στην πράξη.

Για αυτό η καταστροφή του δημαρχείου της Λιμόζ αποτελεί ίσως τη χειρότερη και πιο συμβολική θηριωδία ολόκληρου του Σαββατοκύριακου.

Ένα επιβλητικό κτίριο νεοαναγεννησιακού ρυθμού, που ολοκληρώθηκε το 1883 -το καμάρι μίας γοητευτικής πόλης που βρίσκεται ανάμεσα στο Παρίσι και το Μπορντό-, διέθετε μία πανέμορφη πρόσοψη με καμπαναριό στην κορυφή, ενώ στο εσωτερικό του κυριαρχούσε μία υπέροχα μεγαλοπρεπής τελετουργική σκάλα.

Τώρα, την ώρα που γράφω, είναι ένα ερείπιο που ακόμη καπνίζει. Η οργή της χώρας είναι αισθητή και οι περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποίησαν γρήγορα ότι τίποτα από αυτή την αναρχία δεν ήταν αυθόρμητο.

Οργανωμένη

Ήταν οργανωμένη από ακτιβιστές της άκρας Αριστεράς, αποφασισμένους να εκμεταλλευτούν τις νόμιμες διαμαρτυρίες για να σπείρουν το χάος με την υποκίνηση των πρωτοπαλίκαρων του Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος συνδυάζει τις αριστερές φαντασιώσεις του Τζέρεμι Κόρμπιν με τη δημαγωγία ενός βετεράνου απατεώνα, γεγονός που τον καθιστά πολύ πιο επικίνδυνο.

Σε αυτούς τους εξτρεμιστές της άκρας Αριστεράς προστέθηκαν νεανικές εγκληματικές συμμορίες από τα banlieues, τα εξαθλιωμένα προάστια που περιβάλλουν πλέον τις περισσότερες γαλλικές πόλεις, όπου έχουν εγκατασταθεί οικογένειες μεταναστών, συχνά μέσα σε άθλιες συνθήκες και με ελάχιστες ελπίδες διαφυγής.

Καθώς και οι δύο ομάδες αποτελούνται από νέους, που συνήθως ντύνονται στα μαύρα και κρύβονται πίσω από μάσκες ή κουκούλες, δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τη μία από την άλλη και, φυσικά, υπάρχει κάποια αλληλοεπικάλυψη μεταξύ τους.

Όμως μαζί αποτελούν μια ισχυρή δύναμη πρόκλησης αστικών ταραχών. Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί, ο αδύναμος κεντρώος πρωθυπουργός της Γαλλίας, ήταν απολύτως σαφής ως προς αυτό.

Κατηγόρησε «ομάδες της άκρας Αριστεράς» για «οργανωμένες πράξεις βίας» και «εγκληματίες» που «συμμετείχαν για να λεηλατήσουν και να καταστρέψουν».

Όμως υπάρχουν επίσης βαθύτερες, συστημικές δυνάμεις που δρουν. Οι Γάλλοι περιμένουν από το κράτος να είναι πανταχού παρόν στη ζωή τους. Ωστόσο, η χώρα δεν παράγει πλέον τον πλούτο που απαιτείται για να χρηματοδοτήσει όσα οι Γάλλοι θέλουν να κάνει το κράτος για αυτούς.

Και αυτά είναι πολλά – γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές από την κούνια μέχρι τον τάφο καθώς και άφθονη κρατική γενναιοδωρία στο ενδιάμεσο.

Η γαλλική οικονομία βρίσκεται σε στασιμότητα. Όμως οι Γάλλοι αρνούνται να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους από το κράτος.
Υπερβολικά μεγάλο
Κατά ειρωνικό τρόπο, ο λόγος της στασιμότητας είναι ότι το κράτος είναι υπερβολικά μεγάλο. Από πολλές απόψεις η Γαλλία είναι η ιδέα του παραδείσου που έχει ο Άντι Μπέρναμ.

Οι κρατικές δαπάνες αντιστοιχούν στο απίστευτο 57% του ΑΕΠ της Γαλλίας, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη μετά τη Φινλανδία.

Το κράτος κατέχει σχεδόν όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, τις δημόσιες συγκοινωνίες, την ενέργεια και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Όσα δεν κατέχει τα ελέγχει μέσω εκτεταμένων κρατικών ρυθμίσεων και επιδοτήσεων. Από τις ιδιωτικές εταιρείες αναμένεται να συνεργάζονται στενά με το κράτος.

Από έναν ενήλικο πληθυσμό 55 εκατομμυρίων, περισσότεροι από 30 εκατομμύρια εξαρτώνται από το κράτος για το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους – συντάξεις, θέσεις εργασίας στο Δημόσιο, κοινωνικές παροχές.

Η οικονομική στασιμότητα δεν τους έχει κάνει να συνειδητοποιήσουν ότι πρέπει να συμβιβαστούν με λιγότερα. Οι κρατικές συντάξεις απορροφούν το 14% του ΑΕΠ, έξι ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οι συνταξιούχοι συχνά απολαμβάνουν υψηλότερα εισοδήματα από τους εργαζομένους που φορολογούνται για να πληρώνονται οι συντάξεις τους.

Ωστόσο, όλες οι προσπάθειες μεταρρύθμισης, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης (της χαμηλότερης στην Ευρώπη), αντιμετωπίζονται με οργή και, αναπόφευκτα, με διαδηλώσεις στους δρόμους.

Το χρέος και το έλλειμμα της Γαλλίας κάνουν τη Βρετανία να μοιάζει σχεδόν συνετή. Το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ (έναντι του δικού μας 100%). Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα είναι 5% και αυξάνεται (εμείς βρισκόμαστε πιο κοντά στο 4% και μειώνεται).

Ωστόσο, η απαίτηση είναι πάντοτε για περισσότερες δαπάνες. Οι προτεινόμενες περικοπές απορρίπτονται. Η κυβέρνηση δεν μπορεί καν να περάσει τον προϋπολογισμό της για το 2027 από το Κοινοβούλιο.
Μεταρρυθμίσεις
Η Γαλλία έχει απελπιστική ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, αλλά, όπως διαπίστωσαν με οδυνηρό τρόπο όλοι οι πρόσφατοι πρόεδροι, από τον Σιράκ τη δεκαετία του 1990 μέχρι τον Μακρόν σήμερα, η χώρα είναι αδύνατο να μεταρρυθμιστεί.

Προσθέστε και τη μαζική μετανάστευση -μια σχετικά πρόσφατη εισροή έως και 5 εκατομμυρίων μεταναστών, συχνά μουσουλμάνων, από την Αφρική και την Ασία- και το πρόβλημα επιδεινώνεται.

Η γαλλική οικονομία δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας για αυτούς (τουλάχιστον ένας στους πέντε νέους μετανάστες είναι άνεργος). Έτσι, στον φαύλο κύκλο της οικονομικής παρακμής η Γαλλία έχει προσθέσει μια εκρηκτική κοινωνική πυριτιδαποθήκη.

Αυτό είναι το υπόβαθρο των γεγονότων αυτού του Σαββατοκύριακου. Οι αποτρόπαιες σκηνές καταστροφής και αναρχίας, που έκτοτε κυριαρχούν στις γαλλικές τηλεοπτικές οθόνες, καθιστούν σχεδόν αναπόφευκτη τη νίκη της δεξιάς Μαρίν Λεπέν στις προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης.

Ανεξάρτητα από το ποιον θα έχει αντίπαλο, κάθε δημοσκόπηση δείχνει ότι κερδίζει. Αν τελικά αναμετρηθεί με τον Μελανσόν, κερδίζει με σαρωτική διαφορά δύο προς ένα.

Αυτό δεν θα σημάνει το τέλος των προβλημάτων της Γαλλίας. Κάθε άλλο. Η ίδια δεν είναι μεταρρυθμίστρια. Πολλά από όσα προτείνει θα επιδεινώσουν την κατάσταση. Η ίδια η παρουσία της στο Μέγαρο των Ηλυσίων θα μπορούσε να διχάσει τη Γαλλία στα δύο.

Φοβάμαι ότι το Σάββατο ίσως ήταν απλώς προάγγελος ακόμη χειρότερων γεγονότων που θα ακολουθήσουν.

«L’agonie de la France» («η αγωνία της Γαλλίας») δεν φαίνεται προς το παρόν να έχει τέλος.

Του ANDREW NEIL /©Associated Newspapers Limited