Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, στις 7-8 Ιουλίου, θα παρουσιαστεί ως θρίαµβος φιλοξενίας. Οµως η ουσία δεν βρίσκεται στη σκηνογραφία.
Βρίσκεται στο ότι η Συµµαχία διέρχεται περίοδο βαθιάς θεσµικής αναδιάρθρωσης: µετατόπιση βαρών προς τους Ευρωπαίους, αναδιάταξη της δοµής διοίκησης, αναζήτηση νέας ισορροπίας µε µια Ουάσινγκτον που καθιστά τη δέσµευσή της ρητά υπό όρους. Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα, η Σύνοδος δεν είναι για
την Ελλάδα ένα γεγονός προς διαχείριση. Είναι ένα πεδίο µε δύο διαστάσεις: εκεί όπου οφείλει να αµυνθεί και εκεί όπου µπορεί να προβάλει ισχύ. Η στρατηγική κρίνεται από το αν τις χειριστεί ως ενιαίο σύνολο. Η πιο χρήσιµη ανάγνωση της Συνόδου δεν είναι «τι θα αποφασιστεί», αλλά «πώς συγχρονίζονται οι
ελληνικές γραµµές προσπάθειας». ∆ιότι ο σύγχρονος ανταγωνισµός στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο δεν κρίνεται µόνο στο πεδίο των µέσων, αλλά και στο πεδίο των αντιλήψεων, εκεί όπου αποδίδονται ευθύνες και νοµιµοποιούνται πολιτικές επιλογές. Και σε αυτό το πεδίο, η αµιγώς αµυντική στάση δεν αρκεί.
Πού αµυνόµαστε
Το διακύβευµα: Οχι «βάσεις», αλλά νοµιµοποίηση γεωγραφίας. Η πρώτη διάσταση είναι αµυντική, και έχει ήδη τεθεί στον δηµόσιο διάλογο µέσω του ερωτήµατος για άσκηση ελληνικού βέτο σε ΝΑΤΟϊκούς σχεδιασµούς. Το ερώτηµα είναι εύλογο, αλλά απαιτεί ακρίβεια.
Το ΝΑΤΟ όντως αναδιατάσσει τη διοικητική του αρχιτεκτονική λόγω Ρωσίας, Μαύρης Θάλασσας, Μέσης Ανατολής και της ενίσχυσης της νότιας πτέρυγας·
έχει ήδη δροµολογηθεί η ανάληψη και των τριών Joint Force Commands από Ευρωπαίους διοικητές. Το ζητούµενο δεν είναι αν δηµιουργούνται δοµές,
αλλά πού εδρεύουν, υπό ποία διοίκηση, µε ποια περιοχή ευθύνης και µε ποια πολιτική ανάγνωση από την Αγκυρα.
Η Τουρκία εργάζεται από το 2023 για τη συγκρότηση πολυεθνικού σχηµατισµού στη νοτιοανατολική πτέρυγα, µε σχετική ενηµέρωση προς τη Συµµαχία,
ενώ έχουν αναφερθεί σχεδιασµοί και για διοικητική ναυτική συνιστώσα στην περιοχή του Βοσπόρου, µε τις τουρκικές πηγές να επιµένουν σε σεβασµό της
Συνθήκης του Μοντρέ. Το ακριβές -και ισχυρότερο- επιχείρηµα δεν είναι ότι η Τουρκία «αποκτά τον έλεγχο του Αιγαίου», κάτι που δεν τεκµηριώνεται. Είναι
ότι επιχειρεί να µετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε ΝΑΤΟϊκή διοικητική υπεραξία, επηρεάζοντας έµµεσα τον τρόπο µε τον οποίο η Συµµαχία σχεδιάζει και
κατανέµει ευθύνες σε γεωγραφίες όπου η ίδια παράγει αναθεωρητικές αξιώσεις.
Το επιχείρηµα δεν στηρίζεται σε κραυγή· στηρίζεται σε θεσµικό ρίσκο.
Το βέτο ως εργαλείο, όχι ως αντανακλαστικό. Το ΝΑΤΟ αποφασίζει µε οµοφωνία· η Ελλάδα διαθέτει εποµένως θεσµικό εργαλείο ανάσχεσης. Οµως η σωστή διάγνωση µιας απειλής δεν καθορίζει από µόνη της και τη σωστή απόκριση. Το βέτο είναι µέσο υψηλού πολιτικού κόστους και απαιτεί ανάλυση σε όλα τα πεδία ταυτόχρονα: σχέσεις µε την Ουάσινγκτον, εξοπλιστικά προγράµµατα, ευρωπαϊκή αξιοπιστία, νοµιµοποίηση των ελληνικών θέσεων και κυρίως στον
τρόπο µε τον οποίο η Αγκυρα θα επιχειρήσει να το εργαλειοποιήσει αφηγηµατικά, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως «δύσκολο σύµµαχο». Ενα βέτο χωρίς αυτή
την εκτίµηση δεν είναι στρατηγική, είναι αντίδραση· ακριβώς το υλικό που χρειάζεται η τουρκική στρατηγική επικοινωνία για να διατηρεί την πρωτοβουλία.
Η ώριµη θέση δεν είναι «βέτο ναι ή όχι», αλλά βέτο υπό προϋποθέσεις και εντός ευρύτερης αρχιτεκτονικής, σε τρία επίπεδα: υπό όρους συναίνεση (καµία ελληνική συναίνεση χωρίς γραπτές συµµαχικές ασφαλιστικές δικλίδες για Αιγαίο, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο)· αντιπρόταση (ελληνικό συντονιστικό κέντρο σε Κρήτη, Κάρπαθο ή Σούδα ως αρχιτεκτονική ισορροπίας, όχι ως συµβολική απάντηση)· και στρατηγικό αφήγηµα (το ζήτηµα δεν είναι διµερής διαφορά, αλλά αρχή της Συµµαχίας: το ΝΑΤΟ δεν µπορεί να ενσωµατώνει αναθεωρητική γεωγραφία στη διοικητική του αρχιτεκτονική). Το αίτηµα µιας χώρας απορρίπτεται· η αρχή
µιας συµµαχίας υπερασπίζεται.
Πού προβάλλουµε ισχύ
Η αµυντική διάσταση είναι αναγκαία, αλλά αν εξαντληθεί εκεί η ελληνική παρουσία, η χώρα παραµένει στη λογική της αντίδρασης. Το ουσιαστικό στοίχηµα είναι η θετική ατζέντα: Τι προβάλλει η Ελλάδα ως ισχύ, αξιοποιώντας µια Σύνοδο της οποίας η ίδια η θεµατολογία τη βρίσκει σε πλεονεκτική θέση. Και δεν πρόκειται για ευχολόγιο. ∆εν είναι τυχαίο ότι, λίγες ηµέρες πριν από τη Σύνοδο της Αγκυρας, ο ελληνικός στρατηγικός διάλογος συγκεντρώνεται ακριβώς στα ίδια πεδία: στρατηγική αυτονοµία, περιφερειακή σταθερότητα, βιοµηχανική ανθεκτικότητα, στρατηγικά λιµάνια και βάσεις, drones, τεχνητή νοηµοσύνη, κυβερνοάµυνα και γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου. Η εθνική κατεύθυνση συγκλίνει· το ζητούµενο είναι να εκφραστεί στην Αγκυρα ως ενιαία θέση.
Από «free-rider» σε «first responder»
Το κεντρικό αφήγηµα της Συνόδου είναι η µετατόπιση βαρών: η απαίτηση οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν την πρωτεύουσα ευθύνη της συµβατικής τους άµυνας. Σε ένα περιβάλλον όπου η αµερικανική προστασία παρουσιάζεται ως προνόµιο που κερδίζεται και όχι ως αναφαίρετο δικαίωµα, η Ελλάδα ανήκει στη µειοψηφία των κρατών που ήδη υπερβαίνουν τους στόχους δαπανών και προσφέρουν απτές διευκολύνσεις. Η Σούδα και η Αλεξανδρούπολη δεν είναι απλώς εγκαταστάσεις· είναι κόµβοι ταχείας ενίσχυσης της ανατολικής και νοτιοανατολικής πτέρυγας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ζητήσει αξιοπιστία· διαθέτει το πλέον απτό επιχείρηµα ότι είναι ήδη πρώιµος εφαρµοστής του µοντέλου που η ίδια η Συµµαχία απαιτεί. Αυτό είναι διαπραγµατευτικό κεφάλαιο, αρκεί να εξαργυρωθεί ως τέτοιο.
Η νότια πτέρυγα ως ελληνικό πεδίο, όχι µόνο τουρκικό. Η Σύνοδος θα εστιάσει έντονα στη νότια πτέρυγα: Ερυθρά Θάλασσα, Μέση Ανατολή, ασφάλεια των θαλάσσιων οδών µετά την κρίση στο Ορµούζ. Η Αγκυρα επιχειρεί να οικειοποιηθεί αυτό το πεδίο ως αναντικατάστατος πάροχος ασφάλειας. Οµως η Ελλάδα
διαθέτει εδώ απτή, αποδεδειγµένη συνεισφορά: τη συµµετοχή στις ναυτικές αποστολές της περιοχής, τη διοικητική της παρουσία και ένα εγχώριο σύστηµα
αντι-drone που αποδείχθηκε επιχειρησιακά σε πραγµατικές συνθήκες. Σε µια εποχή όπου, όπως υπενθυµίζουν οι κρίσεις γύρω από το Ιράν και το Ορµούζ, οι
φθηνές ασύµµετρες απειλές ανατρέπουν την οικονοµία της αποτροπής, η Ελλάδα µπορεί να προβληθεί ως πάροχος ασφάλειας στις θαλάσσιες οδούς, όχι ως χώρα
που απλώς αµύνεται στα όριά της.
Εδώ βρίσκεται και το κρισιµότερο σηµείο. Η Ελλάδα δεν πρέπει να αφήσει τη νότια πτέρυγα να οριστεί αποκλειστικά µε τουρκικούς όρους. Η νότια πτέρυγα δεν είναι µόνο Μαύρη Θάλασσα, Βόσπορος και Ανατολία. Είναι και Σούδα, Αλεξανδρούπολη, Κρήτη, Ανατολική Μεσόγειος, ενεργειακοί διάδροµοι, θαλάσσιες οδοί και ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα. Εκεί βρίσκεται το ελληνικό αντιαφήγηµα: όχι η αµφισβήτηση ότι η νότια πτέρυγα έχει σηµασία, αλλά η διεκδίκηση του ορισµού της.
Η ενέργεια ως συµµαχική αξία
Σε µια Σύνοδο όπου η ενεργειακή αυτονοµία της Ευρώπης από ρωσικές πηγές παραµένει κεντρική, η Ελλάδα δεν είναι καταναλωτής ασφάλειας αλλά πάροχος. Ο
Great Sea Interconnector, το FSRU Αλεξανδρούπολης, ο GREGY και ο Κάθετος ∆ιάδροµος -αναγνωρισµένα ως ευρωπαϊκά έργα κοινού ενδιαφέροντος- µετατρέπουν τη χώρα σε διάδροµο ενεργειακής αυτονοµίας για τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Η ενεργειακή γεωγραφία δεν είναι πλέον µόνο οικονοµική ευκαιρία· είναι, όπως υπενθύµισε και η µετατροπή του Ορµούζ σε εργαλείο πίεσης, µόνιµος µοχλός στρατηγικής επιρροής. Η ένταξη αυτών των έργων στο συµµαχικό αφήγηµα είναι από µόνη της προβολή ισχύος.
Ο ευρωπαϊκός πυλώνας και οι Αραβες εταίροι. Ακόµη δύο µοχλοί ολοκληρώνουν τη θετική ατζέντα. Πρώτον, η κοινή ναυτική παρουσία µε Γαλλία και Ιταλία στην Ανατολική Μεσόγειο τοποθετεί την Ελλάδα στον πυρήνα του «ευρωπαϊκού πυλώνα» που το αναδυόµενο µοντέλο της Συµµαχίας απαιτεί. Απόδειξη ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονοµία δεν είναι θεωρητικό αίτηµα, αλλά υφιστάµενη πραγµατικότητα. ∆εύτερον, εάν υπάρξει διευρυµένη περιφερειακή παρουσία στην Αγκυρα, και µε την τουρκική αξίωση ηγεσίας του µουσουλµανικού κόσµου να αµφισβητείται εκ των έσω, η Ελλάδα διαθέτει διπλωµατικό χώρο να εµβαθύνει σχέσεις που λειτουργούν ως αντίβαρο, στη βάση των εδραιωµένων τριµερών σχηµάτων µε την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Κόλπο.
Επίλογος: ισχύς και στρατηγική
Οπως υπενθυµίζουν οι κρίσεις γύρω από το Ιράν και το Ορµούζ, ακόµη και συντριπτική στρατιωτική ισχύς δεν εγγυάται από µόνη της πολιτικό αποτέλεσµα
όταν ο ανταγωνιστής δρα ταυτόχρονα στο διπλωµατικό, οικονοµικό, πληροφοριακό και µη συµβατικό πεδίο. Το ίδιο ισχύει και για τον ανταγωνισµό στην
Ανατολική Μεσόγειο. Σε ένα περιβάλλον όπου τα αφηγήµατα µετακινούν ισορροπίες χωρίς να πέσει ούτε µία βολή, η αξία µιας στρατηγικής δεν µετριέται από τα
µέσα της, αλλά από τη σύνθεσή τους.
Γι’ αυτό οι δύο διαστάσεις της Συνόδου -η αµυντική και η προβολή ισχύος- δεν είναι χωριστές. Το βέτο, εφόσον χρειαστεί, αποκτά αξία µόνο όταν συνοδεύεται από µια θετική ατζέντα που το νοµιµοποιεί: µια χώρα που προβάλλει ισχύ ως πάροχος ασφάλειας, ενέργειας και συµµαχικής σταθερότητας ασκεί ανάσχεση από θέση δύναµης, όχι από θέση άρνησης. Η Τουρκία επενδύει στη δηµιουργία νέων τετελεσµένων. Η Ελλάδα οφείλει να επενδύει στη δηµιουργία νέων επιλογών.
Γιατί η στρατηγική δεν κρίνεται από το ποιος προκαλεί την επόµενη κρίση, αλλά από το ποιος διαµορφώνει το περιβάλλον µέσα στο οποίο αυτή θα εξελιχθεί.
Η χώρα διαθέτει τους µουσικούς: ικανότητες άµυνας, ενεργειακή θέση, συµµαχικές σχέσεις, αξιόπιστη παρουσία, θεσµικά εργαλεία. Η πρόκληση δεν είναι
περισσότερα όργανα· είναι η παρτιτούρα και η ενορχήστρωσή της. ∆ιότι η διαφορά µεταξύ δύναµης και στρατηγικής είναι ακριβώς αυτή: η πρώτη υπάρχει, η
δεύτερη αποφασίζεται.
* Ο κ. Αλεξάκης είναι αντιστράτηγος ε.α., επίτιµος διοικητής ∆ιακλαδικής ∆ιοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων (Hellenic JSOC), διατελέσας ειδικός σύµβουλος του
διοικητή Allied Joint Force Command Naples σε θέµατα Special Operations & Irregular Threats, M.A. in Strategic Security Studies, National Defense University (NDU-CISA), Washington DC
Κυριακάτικη Απογευματινή










