ΔΕΗ: Εγκρίθηκε η ΑΜΚ των 4 δισ. ευρώ για το επενδυτικό σχέδιο έως το 2030

Με ισχυρή στήριξη των μετόχων προχωρά η μεγάλη κεφαλαιακή ενίσχυση – Στόχος επενδύσεις 24,2 δισ. ευρώ σε ενέργεια, ΑΠΕ και data centers
15:50 - 14 Μαΐου 2026
ΔΕΗ:

Με ποσοστό 96,69% η έκτακτη Γενική Συνέλευση της ΔΕΗ ενέκρινε την πρόταση του διοικητικού συμβουλίου για την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 4 δισ. ευρώ, ανοίγοντας τον δρόμο για μία από τις μεγαλύτερες χρηματοδοτικές κινήσεις των τελευταίων ετών στην ελληνική αγορά.

Μετά την έγκριση των μετόχων, τη σκυτάλη αναλαμβάνει πλέον το Δ.Σ. της εταιρείας, το οποίο θα οριστικοποιήσει τους όρους της ΑΜΚ, ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές. Σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει πρόσφατα ο πρόεδρος και CEO του Ομίλου, Γιώργος Στάσσης, το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών αναμένεται στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, πιθανότατα έως την Τρίτη.

Συμμετοχή ιδιωτών και θεσμικών επενδυτών

Στην έκτακτη Γενική Συνέλευση συμμετείχαν 595 μέτοχοι, εκπροσωπώντας το 70,21% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Παράλληλα, με ποσοστό 99,98% εγκρίθηκαν και οι τροποποιήσεις στο καταστατικό της επιχείρησης, οι οποίες διευρύνουν το αντικείμενο δραστηριότητας της ΔΕΗ σε τομείς όπως η κυβερνοασφάλεια, η αποθήκευση και διαχείριση ψηφιακών δεδομένων και οι σχετικές υποδομές.

Η αύξηση κεφαλαίου θα πραγματοποιηθεί μέσω έκδοσης έως 369.270.000 νέων κοινών, ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου. Στη διαδικασία θα μπορούν να συμμετάσχουν ιδιώτες επενδυτές στην Ελλάδα μέσω δημόσιας προσφοράς, ενώ παράλληλα θα πραγματοποιηθεί ιδιωτική τοποθέτηση μέσω διεθνούς βιβλίου προσφορών για θεσμικούς και επιλέξιμους επενδυτές. Οι δύο διαδικασίες θα «τρέξουν» ταυτόχρονα και θα έχουν διάρκεια τριών ημερών.

Χρηματοδότηση του επενδυτικού πλάνου 2026-2030

Η ΑΜΚ εντάσσεται στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα της περιόδου 2026-2030 και αποσκοπεί στην κάλυψη μέρους των αναγκών του νέου επιχειρηματικού σχεδίου της εταιρείας. Το διοικητικό συμβούλιο έχει εισηγηθεί την κατάργηση των δικαιωμάτων προτίμησης των παλαιών μετόχων και εξουσιοδοτήθηκε να καθορίσει όλους τους όρους της διαδικασίας.

Σύμφωνα με τη διοίκηση της ΔΕΗ, τα κεφάλαια που θα αντληθούν θα κατευθυνθούν στην επιτάχυνση των επενδύσεων στις βασικές αγορές του Ομίλου, στην ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας του, στην επέκταση σε νέους στρατηγικούς τομείς και στη διατήρηση χρηματοδοτικής ευελιξίας για νέες ευκαιρίες ανάπτυξης στους κλάδους της ενέργειας και της τεχνολογίας.

Τα 4 δισ. ευρώ της αύξησης αναμένεται να καλύψουν το 15% του συνολικού business plan 2026-2030, ενώ το 54% θα προέλθει από λειτουργικές ταμειακές ροές και το υπόλοιπο 31% από αύξηση του καθαρού δανεισμού.

Επενδύσεις σε ΑΠΕ, Βαλκάνια και data centers

Το στρατηγικό σχέδιο της εταιρείας προβλέπει διπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και ευέλικτη παραγωγή στα 24,3 GW έως το 2030. Η ΔΕΗ σχεδιάζει ενίσχυση της παρουσίας της στην Ελλάδα και τη Ρουμανία, αλλά και περαιτέρω ανάπτυξη σε Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, όπου ήδη υλοποιεί έργα ΑΠΕ.

Παράλληλα, προβλέπεται είσοδος σε νέες αγορές, όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία, μέσω οργανικής ανάπτυξης και εξαγορών, με στόχο εγκατεστημένη ισχύ 2,2 GW σε έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης.

Στο επενδυτικό πλάνο περιλαμβάνεται επίσης η ανάπτυξη data center ισχύος 300 MW στις πρώην λιγνιτικές περιοχές της Κοζάνης, στη Δυτική Μακεδονία. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις του είδους στην Ευρώπη, με χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης περίπου δύο ετών από την οριστικοποίηση συμφωνίας με hyperscaler.

Υπερτριπλασιασμός κερδών έως το 2030

Η διοίκηση της ΔΕΗ εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα οδηγήσουν σε σημαντική ενίσχυση των οικονομικών μεγεθών του Ομίλου τα επόμενα χρόνια. Με βάση το επιχειρηματικό σχέδιο, το EBITDA αναμένεται να αυξηθεί στα 4,6 δισ. ευρώ το 2030 από 2 δισ. ευρώ το 2025, ενώ τα καθαρά κέρδη προβλέπεται να ξεπεράσουν τα 1,5 δισ. ευρώ από περίπου 450 εκατ. ευρώ το 2025.

Αντίστοιχα, σημαντική αύξηση προβλέπεται και για το μέρισμα, το οποίο εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 1,4 ευρώ ανά μετοχή έως το 2030, από 0,4 ευρώ το 2024, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 24%.