Ένα νέο, τεράστιο χρηματοδοτικό κεφάλαιο από 90 δισ. ευρώ έως και άνω των 100 δισ. ευρώ ανοίγει για την Ελλάδα με ορίζοντα την επόμενη οκταετία, διασφαλίζοντας ότι η οικονομία δεν θα βρεθεί χωρίς χρηματοδοτική «καύσιμη ύλη» μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά αντιθέτως θα μπορεί να αξιοποιήσει πακτωλό κεφαλαίων, για να μεγεθύνει το αποτύπωμά της, να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας και εισόδημα, και εν τέλει να περιορίσει δραστικά την ψαλίδα με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Το μεγάλο στοίχημα της περιόδου από το 2027 έως το 2034 είναι πλέον να μετατραπεί αυτή η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα δεξαμενή πόρων σε ένα πολύ μεγαλύτερο κύμα επενδύσεων, με τη μόχλευση ευρωπαϊκών και κρατικών κονδυλίων να κινητοποιεί τράπεζες, επιχειρήσεις και ιδιώτες επενδυτές, ώστε τα 100 δισ. ευρώ των διαθέσιμων κεφαλαίων να πολλαπλασιαστούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η συμβουλευτική εταιρεία Αnodos Consulting, τα βασικά χρηματοδοτικά εργαλεία της επόμενης περιόδου περιλαμβάνουν:
* 23 δισ. ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης
* 19 δισ. ευρώ από το ΕΣΠΑ 2021-2027 (σ.σ. αδιάθετο υπόλοιπο)
* 38 δισ. ευρώ από τη νέα προγραμματική περίοδο 2028–2034, με το τελικό ποσό που αντιστοιχεί στη χώρα μας να βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση και ενώ άλλες εκτιμήσεις το ανεβάζουν στα 49,5 δισ. ευρώ.
* 5,3 δισ. ευρώ από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο
* 2,3 δισ. ευρώ Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων
* 1,7 δισ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού
Πρόκειται για διαφορετικά χρηματοδοτικά εργαλεία, με διαφορετικούς κανόνες και στόχους. Η πραγματική τους αξία, όμως, βρίσκεται στη δυνατότητα συνδυασμού τους με τραπεζικό δανεισμό, κεφάλαια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και ιδιωτικές επενδύσεις ώστε να υπάρξει το ισχυρότερο δυνατό αποτύπωμα στην οικονομία.
Πολύτιμα εργαλεία
Κεντρικό ρόλο έχει το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 (ΕΠΑ), συνολικού ύψους περίπου 23 δισ. ευρώ το οποίο χρηματοδοτείται αποκλειστικά από εθνικούς πόρους και στην ουσία αποτελεί το κεντρικό αναπτυξιακό εργαλείο της χώρας μας για την επόμενη πενταετία, λειτουργώντας συμπληρωματικά με τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Από αυτά, 17,1 δισ. ευρώ αφορούν τη νέα περίοδο και 5,8 δισ. ευρώ την ολοκλήρωση υποχρεώσεων προηγούμενων έργων. Το ΕΠΑ αρχίζει να υλοποιείται μέσω 20 τομεακών, 13 περιφερειακών και 4 ειδικών προγραμμάτων, με έμφαση στις υποδομές, την περιφερειακή ανάπτυξη, την πολιτική προστασία, την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, την καινοτομία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την τεχνητή νοημοσύνη και την πράσινη ανάπτυξη.
Παράλληλα, το ΕΣΠΑ 2021-2027 διαθέτει συνολικά 26,3 δισ. ευρώ μαζί με την εθνική συγχρηματοδότηση, με περίπου το 82,6% του συνολικού προϋπολογισμού να έχει δεσμευτεί σε έργα, αλλά και αρκετές προσκλήσεις ενδιαφέροντος να βρίσκονται σε διαδικασία προκήρυξης. Η επόμενη περίοδος 2028-2034 δημιουργεί έναν νέο ορίζοντα χρηματοδότησης, με τα κονδύλια που δικαιούται η Ελλάδα να βρίσκονται ακόμη υπό οριστικοποίηση.
82,6% του συνολικού προϋπολογισμού του ΕΣΠΑ 2021-2027 (26,3 δισ. €) έχει δεσμευτεί σε έργα
Ενέργεια – Βιομηχανία
Η νέα επενδυτική περίοδος θα έχει έντονο πράσινο και ψηφιακό αποτύπωμα. ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας, ηλεκτρικά δίκτυα και διασυνδέσεις, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, βιώσιμες μεταφορές, ψηφιοποίηση επιχειρήσεων και βιομηχανικός εκσυγχρονισμός βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
16,9% το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ το 2025 (από 12,3% το 2022)
Το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νήσων, με περίπου 2,3 δισ. ευρώ, θα χρηματοδοτήσει μεταξύ άλλων ΑΠΕ, αποθήκευση, ηλεκτρικές διασυνδέσεις και υποδομές φόρτισης. Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο προσθέτει περίπου 5,3 δισ. ευρώ, με δράσεις για την ενεργειακή και μεταφορική φτώχεια, ενώ το Ταμείο Εκσυγχρονισμού διαθέτει περίπου 1,7 δισ. ευρώ για ενεργειακά έργα.
Μόχλευση
Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι τα 100 δισ. ευρώ δεν αποτελούν το «ταβάνι» των επενδύσεων, καθώς στην ουσία θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Η εμπειρία της ΕΤΕπ είναι χαρακτηριστική. Το 2025 ο Όμιλος ΕΤΕπ διοχέτευσε στην Ελλάδα χρηματοδότηση 3,5 δισ. ευρώ, η οποία εκτιμάται ότι κινητοποιεί συνολικές επενδύσεις άνω των 9,2 δισ. ευρώ. Αυτός είναι ο μηχανισμός που μπορεί να μετατρέψει τη χρηματοδοτική δεξαμενή σε πραγματικό επενδυτικό άλμα: επιχορηγήσεις, εγγυήσεις και χαμηλότοκα δάνεια μειώνουν το ρίσκο και το κόστος χρηματοδότησης, επιτρέποντας στις τράπεζες και στους ιδιώτες να συμμετέχουν με πολλαπλάσια κεφάλαια.
Σημαντικό κενό
Η ευκαιρία είναι μεγάλη, επειδή η Ελλάδα εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικό επενδυτικό κενό, καθώς -παρά τη σημαντική αύξηση των επενδύσεων την τελευταία οκταετία- αυτές παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Για το 2025 προσέγγισε το 17% του ΑΕΠ, έναντι 21,1% στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, μεταξύ 2020 και 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά περίπου 80% σε πραγματικούς όρους, ενώ το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 12,3% σε 16,9%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαέξι ετών.
Η ανάκαμψη αυτή συμβάλλει στη σταδιακή κάλυψη του μεγάλου επενδυτικού κενού που άφησε η κρίση. Μάλιστα, το 2025 η συμβολή των επενδύσεων στον ρυθμό ανάπτυξης υπερέβη εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η ανάκαμψη των επενδύσεων, με την καταλυτική συμβολή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων, στηρίζει τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής. Δημιουργείται, επομένως, μια ουσιαστική βάση για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.
Η αναπτυξιακή αυτή δυναμική έχει ήδη θετικό αποτύπωμα στα εισοδήματα. Η σημαντική μείωση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης αποτελούν ίσως τον σημαντικότερο μηχανισμό, μέσω του οποίου η ανάπτυξη διαχέεται στην κοινωνία. Περισσότερες θέσεις εργασίας σημαίνουν περισσότερα εισοδήματα για τα νοικοκυριά και ευρύτερη συμμετοχή στα οφέλη της ανάπτυξης. Το 2025 το συνολικό πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ήταν περίπου 9% υψηλότερο από το 2022.
9% υψηλότερο το συνολικό πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μεταξύ 2022 και 2025
Μια επιχείρηση που εκσυγχρονίζεται παράγει περισσότερο με μικρότερο κόστος. Μια βιομηχανία που επενδύει σε ΑΠΕ περιορίζει την ενεργειακή της δαπάνη. Μια εταιρεία που υιοθετεί τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει την παραγωγικότητα. Μια νέα υποδομή μειώνει το κόστος μεταφοράς και δημιουργεί νέες οικονομικές δραστηριότητες. Αυτός είναι ο δεύτερος και σημαντικότερος πολλαπλασιαστής των 100 δισ. ευρώ. Το κρίσιμο, επομένως, έως το 2034 θα είναι η ποιότητα των έργων και η ταχύτητα υλοποίησης. Χρειάζονται ώριμες μελέτες, γρήγορες αδειοδοτήσεις, βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια, τραπεζική χρηματοδότηση και ιδιωτικά κεφάλαια.
Εφημερίδα Απογευματινή






