Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας, κοινωνικών εντάσεων και αναδιάταξης των κομματικών συσχετισμών. Στη Γαλλία η πολιτική πόλωση ενισχύεται και το ενδεχόμενο μιας αναμέτρησης στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του Απριλίου ανάμεσα στην εθνικιστική Δεξιά της Μαρίν Λεπέν και τη ριζοσπαστική Αριστερά του Ζαν-Λικ Μελανσόν προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Στη Γερμανία η ενίσχυση του AfD και της ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτυπώνει τη δυσκολία των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να εκφράσουν τις κοινωνικές ανησυχίες. Στην Ισπανία η κυβερνητική φθορά και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις συντηρούν ένα κλίμα αβεβαιότητας ενόψει των πρόωρων εκλογών του Νοεμβρίου, ενώ στην Πορτογαλία η ενίσχυση της Ακροδεξιάς μεταβάλλει τους συσχετισμούς. Και στα Δυτικά Βαλκάνια, με την Αλβανία να βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δικές της πολιτικές εντάσεις, η εικόνα κάθε άλλο παρά καθησυχαστική είναι.
Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των εξελίξεων είναι η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους παραδοσιακούς πολιτικούς σχηματισμούς, η ενίσχυση των ακραίων φωνών και η δυσκολία συγκρότησης σταθερών κυβερνητικών πλειοψηφιών. Η δυσαρέσκεια των πολιτών είναι υπαρκτή και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αφορισμούς. Όταν όμως η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε διαρκή σύγκρουση και η κοινωνική οργή εργαλειοποιείται, το κόστος δεν περιορίζεται στα κομματικά επιτελεία. Το πληρώνει η οικονομία, η κοινωνική συνοχή και τελικά η ίδια η Δημοκρατία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Μια αυτοδύναμη κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη που θα προκύψει μετά τις εκλογές, που θα γίνουν κατά πάσα πιθανότητα την προσεχή άνοιξη, μπορεί να εξασφαλίσει συνέχεια στη διακυβέρνηση, ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων και σαφή πολιτική ευθύνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση είναι υπεράνω κριτικής ούτε ότι τα προβλήματα της χώρας έχουν λυθεί. Σημαίνει όμως ότι η σταθερότητα αποτελεί ουσιαστικό πολιτικό πλεονέκτημα, εφόσον συνοδεύεται από αποτελεσματικότητα, θεσμική συνέπεια και απτά αποτελέσματα για τους πολίτες.
Πόσω μάλλον από τη στιγμή που η αντιπολίτευση στο σύνολό της αδυνατεί να παρουσιάσει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν μπορούν, όπως είναι φανερό, σε καμία περίπτωση να συγκροτήσουν έναν πειστικό πόλο εξουσίας, ενώ μικρότερα κόμματα επενδύουν στην καταγγελία και την προσωπική προβολή και όχι σε ένα συνεκτικό κυβερνητικό σχέδιο. Η προοπτική δε ενός κόμματος που θα γεννηθεί από το γινάτι του Αντώνη Σαμαρά απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη εκλαμβάνεται, όπως είναι φυσικό, ως πολιτική έκφραση πικρίας και όχι ως απάντηση στις ανάγκες της κοινωνίας.
Σε όλα αυτά πρέπει να συνυπολογίζεται και πάντα η παράμετρος των σχέσεών μας με την Τουρκία, που σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπουν να υπάρξει εφησυχασμός ή πολιτικό κενό. Η Ελλάδα χρειάζεται θεσμική συνέχεια, αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ και πολιτική ηγεσία με καθαρή εντολή.
Η σταθερότητα, ασφαλώς, δεν αποτελεί λευκή επιταγή. Αποτελεί όμως προϋπόθεση για να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις χωρίς η χώρα να μετατρέπεται σε όμηρο της πολιτικής αστάθειας. Σε μια Ευρώπη που αναζητά ισορροπίες, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να προστατεύσει αυτό το πλεονέκτημα, χωρίς να συγχέει την ομαλότητα με την αδράνεια και την κυβερνητική αυτοδυναμία με την απουσία ελέγχου.
*Ο κ. Κούμπουλης είναι ιστορικός και θεολόγος
Eφημερίδα Απογευματινή











