Πολύ μελάνι έχει χυθεί για την ταινία του Νόλαν και πώς αυτός μεταφέρει το ομηρικό έπος στον σύγχρονο θεατή. Κάποιοι έχουν κάνει το λάθος να απαιτούν μία πιστή μεταφορά όλων όσα αφηγήθηκε ο Όμηρος στον κινηματογράφο, αγνοώντας, ακόμη και οι ειδικοί, ότι σπανίως ένα βιβλίο λόγου χάρη έχει καταφέρει (και δεν χρειάζεται άλλωστε) να αποτελέσει ως φιλμ πιστή αντιγραφή. Μόνον ίσως το «1900» του Αλεσάντρο Μπαρίκο είχε την πιο πιστή μεταφορά του στον κινηματογράφο. Άλλωστε, όπως έλεγε η αείμνηστη και κορυφαία δημοσιογράφος και εκδότρια Ελένη Βλάχου, «εγώ δεν διαβάζω ποτέ τους κριτικούς. Και αυτό διότι δεν γράφουν για το κοινό αλλά ο ένας για τον άλλον!».
Περισσότερο καυστικοί από τους κριτικούς που έγραψαν αρνητικά για την ταινία ήταν οι Εγγλέζοι με αιχμή τον «Economist», οι δημοσιογράφοι του οποίου (και εν πάση περιπτώσει αυτός που έγραψε το σχετικό κείμενο) παραβλέπουν ότι είναι ένα παραμύθι και ως τέτοιο επιδέχεται στη διατύπωσή του, και κυρίως επιτρέπει, διάφορες εκδοχές. Σε τελευταία ανάλυση ο κινηματογράφος αποτελεί ψυχαγωγικό μέσο και κριτικές του τύπου ότι οι στολές των πολεμιστών συντρόφων του Οδυσσέα επειδή ήταν γκρι τούς έκαναν να φαίνονται σαν στρατιωτάκια Lego μάλλον εξυπνάδα από αμηχανία μπορεί να χαρακτηριστεί. Και ασφαλώς αποτελεί εφεύρημα από την εμμονή σώνει και καλά να γραφτεί μία αρνητική κριτική.
Αυτή η Βρετανίδα φιλόλογος και μεταφράστρια της «Οδύσσειας», που έγραψε ότι η ταινία στερείται ψυχολογικού, συναισθηματικού, πολιτικού και ηθικού βάθους, είναι απορίας άξιο, πρώτον, τι κατάλαβε και, δεύτερον, αν ήθελε την «Οδύσσεια» να μοιάζει και λίγο με σαπουνόπερα που να περιλαμβάνει αυτά που της λείπουν. Της φιλολόγου, όχι της ταινίας. Κάτι σαν τη «Δυναστεία» λ.χ. Ως προς το σενάριο, που το βρήκε απαίσιο, ίσως θα έμενε ικανοποιημένη από τη μαθητική μας εκδοχή του συγκεκριμένου έπους, όταν εν χορώ ως πιτσιρικαρία απαγγέλλαμε: «Αχ, Οδυσσέα, έλεγαν, είσαι μεγάλος βλάκας, ποιος του ’πε του Μενέλαου να γεννηθεί μαλάκας, αφού τον Πάρι άφησε να τονε κερατώσει κ.λπ. κ.λπ.»…
Αυτό πάντως που, ενώ κυριαρχούσε στην ταινία, δεν το είδε κανένας ειδικός ήταν ο τονισμός της θρησκευτικής προσήλωσης στα όρια θρησκοληψίας των αρχαίων Ελλήνων, που έφτανε ακόμη να αποτελεί έως και δεισιδαιμονία. Αυτός ο λαός που από τότε έχει αυτή την τάση να είναι και θεοσεβούμενος αλλά και θεοφοβούμενος, όπως ήταν οι σύντροφοι του Οδυσσέα αλλά όχι ο ίδιος, αποτελεί μία γενική συνθήκη που περικλείει και το ψυχολογικό, και το ηθικό, και το συναισθηματικό βάθος που δεν μπόρεσε να ανακαλύψει η Βρετανίδα φιλόλογος. Τα πάντα είναι θέμα οπτικής και αντιστοίχως ερμηνείας ώστε να επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά ο Πιραντέλο όσον αφορά το ανθρώπινο είδος: Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε…
Εφημερίδα Απογευματινή











