Στη χώρα της ξαπλώστρας

Η χώρα που γέννησε τη φιλοσοφία αποφάσισε κάποια στιγμή να εγκαταλείψει τη σκέψη και να υιοθετήσει την ξαπλώστρα…
07:43 - 22 Σεπτεμβρίου 2026
Ξαπλώστρες σε παραλία της Κέρκυρας

Μοιάζει αδιανόητο αυτό που συνέβη. Να χάνει ένας άνθρωπος τη ζωή του εξαιτίας μίας ξαπλώστρας στην παραλία. Προφανώς και δεν υπάρχει άνθρωπος που «να στέκει στα μυαλά του» και να είναι διατεθειμένος να παίξει τη ζωή του κορόνα-γράμματα για να εξασφαλίσει την άνεσή του σε μία ακρογιαλιά. Και όμως. Είχαμε και αυτό το περιστατικό όταν δύο άνθρωποι, όχι νέοι, αλλά ένας εβδομηνταπεντάρης και ένας ογδοντάρης, που και μόνο λόγω ηλικίας θα έπρεπε να έχουν τη στοιχειώδη πείρα ζωής, άρχισαν αν αλληλοξυλοκοπούνται. Όχι για τα μάτια μιας γυναίκας –που και πάλι η ηλικία τους θα έπρεπε να είχε φροντίσει να τους εξασφαλίσει τη φρόνηση και για μία τέτοια περίπτωση- αλλά για μία ξαπλώστρα. Και το αποτέλεσμα ήταν να θυσιάσει γι΄ αυτήν, που είναι το αντικείμενο ενός σύγχρονου πόθου, τη ζωή του.

Βεβαίως, δικαιολογημένα θα πουν μερικοί ότι εδώ και χρόνια η ξαπλώστρα έχει αναδειχθεί σε φετίχ της παραλίας και αδιαφιλονίκητο τρόπαιο του θερινού θαλάσσιου λουτρού. Άρχισε η παράδοση αυτή από τα ελληνικά νησιά, κυρίως του Αιγαίου και συγκεκριμένα από το γνωστό Νησί των ανέμων, όπως αποκαλείται, και όπου σταδιακά η εξασφάλιση της ξαπλώστρας σε περίοπτη μάλιστα θέση (δηλαδή και να μας βλέπουν αλλά και να μας γλείφει τα πόδια το κύμα) αποτελούσε έπαθλο αναγνώρισης της ανώτερης τάξης και επιβράβευση του κύρους της ματαιοδοξίας. Βεβαίως η τιμή της ενοικίασης άρχισε να συναγωνίζεται την τιμή του αστακού σε εστιατόριο με τουλάχιστον πέντε Μισελέν και εξελίχθηκε τόσο, ώστε για να αποτολμήσει κανείς να την εξασφαλίσει θα έπρεπε να διαθέτει στην τράπεζα λογαριασμό με τουλάχιστον έξι νούμερα.

Η ξαπλώστρα ως θερινό τρόπαιο κάθε λουόμενου εξαπλώθηκε (ξαπλώστρα άλλωστε λέγεται) σε όλη την επικράτεια που διαθέτει ακτογραμμή προς εκμετάλλευση. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα έφτασε η ζήτησή της ώστε πιο εύκολα θα μπορούσε να βρει κάποιος κρεβάτι σε δημόσιο νοσοκομείο και να μη ταλαιπωρηθεί σε ράντζο, παρά αυτήν την αναδιπλούμενη πολυθρονίτσα «παρά θιν’ αλός». Γι’ αυτό άλλωστε στον οικονομικό προγραμματισμό για το καλοκαίρι άρχιζε, με δυσχέρεια ή με ευχέρεια ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός, αποταμίευση όχι μόνο για το δωμάτιο ξενοδοχείου αλλά και για τα συμπαρομαρτούντα έξοδα της παραλίας, στα οποία κυρίαρχη θέση έχει η ξαπλώστρα. Διότι η ζήτηση είναι μεγάλη και η προσφορά μικρή όπως περιγράφει η πολιτική οικονομία.

Στη χώρα της ξαπλώστρας και –να μην το ξεχνάμε- του δυσεύρετου πάρκινγκ οι δύο αυτοί στόχοι είναι οι οποίοι πυροδοτούν τον συναγωνισμό που για την τελική επικράτηση βγαίνουν και πιστόλια. Είναι τελικά αυτή η αστόχαστη επιδίωξη «νίκης» χάριν της οποίας τον διπλανό σου δεν τον βλέπεις σαν συνάνθρωπο αλλά σαν έναν επικίνδυνο αντίπαλο και για χάρη της οποίας αξίζει να θυσιάσεις και την ίδια σου τη ζωή.

Η χώρα που γέννησε τη φιλοσοφία αποφάσισε κάποια στιγμή να εγκαταλείψει τη σκέψη και να υιοθετήσει την ξαπλώστρα…

Εφημερίδα Απογευματινή