Φιλορωσικά -νέα και παλαιά- κόμματα, παραδοσιακοί σχηματισμοί υπό διάλυση, απουσία σοβαρής εναλλακτικής πρότασης από την αντιπολίτευση, ένα μίνι… μπάχαλο στον χώρο δεξιότερα της ΝΔ εν αναμονή και του φορέα του Αντώνη Σαμαρά και μια… πύρρειος δημοσκοπική κυριαρχία της κυβέρνησης συνθέτουν το πολιτικό σκηνικό αυτής της περιόδου, λίγους μήνες πριν από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, είτε οι κάλπες στηθούν το φθινόπωρο είτε την άνοιξη του 2027 με βάση τη στόχευση του πρωθυπουργού.
Το εν λόγω ανάγλυφο συνιστά την πλέον ενδεδειγμένη συνταγή για την είσοδο της Ελλάδας σε μια απροσδιόριστη περιπέτεια μετά τις εθνικές εκλογές με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την εύθραυστη οικονομική της ανάπτυξη, την κοινωνική της ισορροπία και την εθνική ασφάλεια και μάλιστα σε συνθήκες πρωτοφανούς ρευστότητας στη διεθνή σκακιέρα και στο γεωστρατηγικό περιβάλλον της περιοχής μας.
Στο πλαίσιο αυτό, το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων και προσώπων που ομνύουν στη θεσμικότητα και τη σταθερότητα, οφείλουν να επιδείξουν ανάλογη στάση και σοβαρότητα έναντι της νέας μάχης με τον λαϊκισμό που έρχεται με μαθηματική ακρίβεια. Παρά τα λάθη, τις παραλείψεις, τις αστοχίες και την αδυναμία αντίληψης των καταστάσεων σε μια σειρά σημαντικών γεγονότων τους τελευταίους μήνες, η ΝΔ και ο Μητσοτάκης παραμένουν στις συνειδήσεις ακόμη και των απογοητευμένων ψηφοφόρων του 2019 και του 2023 ως η μοναδική διέξοδος στην κατεύθυνση της ομαλότητας και της διαφύλαξης της προοπτικής που δημιουργήθηκε στη μεταμνημονιακή εποχή.
Ως εκ τούτου, εναπόκειται στον ίδιο τον πρωθυπουργό και τους συνεργάτες του να πείσουν αφενός ότι το διακύβευμα αυτό εξακολουθούν να το υπηρετούν αφετέρου να πείσουν και το λεγόμενο θεσμικό κομμάτι της κοινωνίας ότι αξίζει να ανανεώσει την εμπιστοσύνη του στην παρούσα διακυβέρνηση, ανεξαρτήτως των ανορθογραφιών των σκανδαλωδών υποθέσεων που δηλητηριάζουν τον δημόσιο βίο και των όποιων κακών εκτιμήσεων στο μέτωπο της καθημερινότητας. Ο δρόμος και οι επιλογές είναι ξεκάθαρα. Η κυβέρνηση πρέπει να δείξει ότι… κυβερνά και δίνει λύσεις με θετικές παρεμβάσεις, όπως το τελευταίο πλέγμα των μέτρων που ανακοινώθηκε και τα οποία παρά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης περικλείουν το ακριβές νόημα και περιχεόμενο που πρέπει να αποκτήσει ο σχεδιασμός του Μαξίμου μέχρι τις κάλπες.
Την ίδια ώρα όμως υπάρχει κι ένας άλλος, πολύ σημαντικός παράγων στην εξίσωση της εγχώριας μετεκλογικής πραγματικότητας. O λόγος για τη στάση που θα κρατήσουν όλοι εκείνοι οι οποίοι δικαίως -και σύμφωνα με τα πεπραγμένα τους- ταυτίστηκαν με την προσπάθεια επαναφοράς ή διατήρησης της κανονικότητας. Οι πιο τρανταχτές από τις περιπτώσεις αυτές, με δεδομένο ότι αποτελούν ιστορικό κεφάλαιο της κυβερνώσας παράταξης είναι ο Κώστας Καραμανλής και ο Αντώνης Σαμαράς. Ξεκινώντας από τον Μεσσήνιο, τον οποίο οι πληροφορίες θέλουν ένα βήμα πριν από τη δεύτερη απόπειρα να βρεθεί απέναντι από τη ΝΔ με άλλο κόμμα (ακόμη πιο… άμεσης κατανάλωσης και ειδικού σε σχέση ακόμη και με την Πολιτική Άνοιξη) και πάλι απέναντι σ’ έναν Μητσοτάκη.
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η κριτική Σαμαρά έναντι της «γαλάζιας» κυβέρνησης έχει και βάση και σαφή επιχειρηματολογία. Και τούτο αν δεν συνοδευόταν από ένα ξεκάθαρο γινάτι και τη λογική του… γλειψίματος εκεί που πρώτα είχε προηγηθεί το… φτύσιμο, με φόντο όχι μόνο τη συμπόρευση με τον Κώστα Καραμανλή, αλλά και με την κοινή παρουσία σε εκδηλώσεις με πρόσωπα που απολύτως δικαίως ο ίδιος είχε κατηγορήσει ότι τον στοχοποίησαν πολιτικά και ηθικά χάριν των συμφερόντων της κυβέρνησης Τσίπρα και Καμμένου. Πρόσωπα όπως η Κατερίνα Θάνου και ο Μίμης Παπαγγελόπουλος, τα οποία απέδιδε ευθέως ο Μεσσήνιος στον προκάτοχό του στην ηγεσία της ΝΔ. Το ίδιο όμως ισχύει και για τον Καραμανλή, του οποίου οι όποιες δικαιολογημένες ενστάσεις για την κυβερνητική πολιτική προσκρούουν στην ταύτιση με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, που τον είχε χαρακτηρίσει επανειλημμένως κεντρικό υπεύθυνο για την εθνική χρεοκοπία, αλλά και την υπενθύμιση της απόλυτης αφωνίας του στη διάρκεια της τετραετίας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όταν η χώρα πήγαινε να γυρίσει ανάποδα κι εκείνος παρέμενε σιωπηλός στο προστατευμένο περιβάλλον της Αθήνας.
Αντιθέτως, σε κάθε ευκαιρία πλέον επιδεικνύει την ψυχική απόσταση που τον χωρίζει με τη σημερινή ΝΔ, η οποία κατέγραψε δύο μεγάλες εκλογικές νίκες (για να μην ξεχνιόμαστε) χωρίς βεβαίως τη δική του συμβολή. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν πήγε στο συνέδριο της κυβερνώσας παράταξης, ωστόσο, την ίδια μέρα που ο Αλέξης Τσίπρας θα παρουσιάζει τον νέο του πολιτικό φορέα, εκείνος θα είναι δίπλα στον διπλωματικό σύμβουλο του τελευταίου, Βαγγέλη Καλπαδάκη για την παρουσίαση του βιβλίου «Η Νέα Παγκόσμια Τάξη – Το Δίκαιο της Ισχύος» των Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου και Κωνσταντίνου Φίλη.
Ύστερα απ’ όλα αυτά, καθίσταται σαφές, ότι ανεξαρτήτως της αποστασιοποίησής τους από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι Καραμανλής και Σαμαράς θα είναι υπόλογοι για τη στάση τους το επόμενο διάστημα και ενόψει εκλογών, όχι μόνο απέναντι στον κόσμο της παράταξης που τους τίμησε επανειλημμένως, αλλά κυρίως και έναντι της ίδιας της χώρας και της υποχρέωσης να σταθούν στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Η πλευρά αυτή, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και… δίπλα στον Μητσοτάκη, ούτε σηματοδοτεί την απόσυρση της ρητορικής της τελευταίας διετίας. Είναι όμως απολύτως συνυφασμένη με την κοινή λογική, τα πραγματικά διλήμματα της κάλπης, καθώς και τη θέση που θα πρέπει να κρατήσουν εκείνοι που κυβέρνησαν με γνώμονα τη θεσμικότητα και την κανονικότητα ανεξαρτήτως του προσήμου της διακυβέρνησής τους σε κρίσιμους τομείς. Και για την παράμετρο αυτή δεν χωρά καμία δικαιολογία, ούτε μπορεί να επηρεάζει το σκεπτικό έμπειρων πολιτικών ανδρών η οποιαδήποτε εύλογη ή μη δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε ο κάθε Μητσοτάκης τη μεταξύ τους επικοινωνία…
Εφημερίδα Απογευματινή









