Τώρα που τελείωσε η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ μπορεί να υπάρξει μία πρώτη ανάγνωση για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα με την Τουρκία, κάτι που για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία, πέραν των άλλων ευρύτερων ζητημάτων για τη Συμμαχία τα οποία και αυτά μας αφορούν ή τουλάχιστον θα έπρεπε.
Εξέλιξη με τα στρατηγεία που επιδιώκει η Άγκυρα δεν υπήρξε. Όπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μας, πριν από τη Σύνοδο, δεν φαινόταν να συμπεριλαμβάνονται στα κείμενα. Στο θέμα των F-35 επίσης δεν σημειώθηκε εξέλιξη πέραν της δήλωσης προθέσεων του Αμερικανού προέδρου ότι επιθυμεί και επιδιώκει να παρακαμφθούν τα νομικά εμπόδια για να επανέλθει η Τουρκία στο πρόγραμμα (όχι πλέον ως συμπαραγωγός). Το θέμα των κινητήρων F110 για το ΚΑΑΝ θεωρείται δρομολογημένο και ήταν προεξοφλημένο, αλλά και αυτό μένει να αποτυπωθεί με συγκεκριμένο τρόπο στα διαδικαστικά.
Αυτό το οποίο σφράγισε το κλίμα ως αποτύπωμα είναι οι ισχυρές αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ στον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ αλλά και ευρύτερα στην περιοχή. Το ίδιο και οι προσωπικές αναφορές του στον Ταγίπ Ερντογάν και στην ηγεσία του.
Τα όσα διατυπώθηκαν με ασυνήθιστο τρόπο ακόμα και για τα γνωστά υπερβολικά δεδομένα του Αμερικανού προέδρου δεν είναι απλοί βερμπαλισμοί.
Δίνουν πολύ σαφές σήμα που θα μεταφραστεί σε πολιτική, η οποία θα οδηγήσει σε αποφάσεις που με τη σειρά τους θα δρομολογήσουν εξελίξεις και τελικά θα εκφραστεί στο πεδίο και θα δημιουργήσει τετελεσμένα και καταστάσεις.
Ευρωπαϊκά κράτη τα οποία ούτως ή άλλως προσεγγίζουν την Άγκυρα και προωθούν τη συμμετοχή της στις εξοπλιστικές και αμυντικές διεργασίες της Ευρώπης θα εντείνουν τον σχεδιασμό τους παρακολουθώντας τον Ντόναλντ Τραμπ να ανάγει την Τουρκία σε κορυφαίο πόλο στη Συμμαχία.
Ο ίδιος ο Ερντογάν εκλαμβάνει ήδη τη στήριξη ως «πράσινο φως» για την πολιτική του στον γεωπολιτικό περίγυρο, πολύ περισσότερο που ο Αμερικανός πρόεδρος δεν τήρησε απλώς ίσες αποστάσεις μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ, αλλά στην ουσία προειδοποίησε το τελευταίο ότι ο ίδιος τη συγκράτησε για να μην του επιτεθεί, υπονοώντας ότι αν δεν το έκανε οι Ισραηλινοί θα είχαν στρατιωτικό πρόβλημα.
Η Τουρκία θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την αμερικανική στήριξη όσο ακόμα την ευνοούν οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ουάσινγκτον και θα αποπειραθεί να καταγράψει απτά κέρδη θεωρώντας ότι θα έχει τουλάχιστον την ανοχή των ΗΠΑ.
Αν όντως κινηθεί έτσι, όπως είναι το πιθανότερο, η περιοχή θα οδηγηθεί σε κρίση, γιατί ούτε η Ελλάδα και η Κύπρος ούτε το Ισραήλ μπορούν να παραμείνουν απαθείς εφόσον απειληθούν τα συμφέροντά τους και η ασφάλειά τους.
Η αδηφαγία της Τουρκίας θα οδηγήσει σε σύγκρουση και αυτό θα είναι αποτέλεσμα της άκριτης υπόθαλψης και διόγκωσης των φιλοδοξιών του Ερντογάν από τη νυν πολιτική των ΗΠΑ και της άφρονος στάσης Ευρωπαίων.
Η Ελλάδα οφείλει να προειδοποιήσει με πολύ καθαρό τρόπο για το πού θα οδηγήσει αυτή η αντίληψη. Κάτι που δεν έχει κάνει μέχρι τώρα.
Εφημερίδα Απογευματινή











