Η συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές δημοκρατικού διαλόγου στη χώρα. Μια διαδικασία που υπερβαίνει κυβερνητικές θητείες και κομματικούς συσχετισμούς και απαιτεί συναινέσεις, σοβαρότητα και, κυρίως, επίγνωση ότι το Σύνταγμα δεν ανήκει σε καμία κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Με αφορμή τη δεύτερη ψηφοφορία για τη συνταγματική αναθεώρηση, αξίζει να σταθούμε όχι μόνο στις επιμέρους διατάξεις αλλά κυρίως στη συνολική φιλοσοφία της διαδικασίας. Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποια άρθρα θα περάσουν στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή, αλλά τι είδους αναθεώρηση -και τελικά τι είδους Δημοκρατία- θέλουμε.
Ήδη η πρώτη ψηφοφορία ανέδειξε ένα βασικό πρόβλημα: σε κρίσιμες διατάξεις δεν διαμορφώθηκαν οι ευρύτερες συναινέσεις που απαιτεί μια τέτοια διαδικασία. Η κυβέρνηση προσήλθε χωρίς να τις έχει οικοδομήσει, επιδιώκοντας στην πράξη μια «λευκή επιταγή» για την επόμενη Βουλή. Όμως, οι αυξημένες πλειοψηφίες του άρθρου 110 δεν αποτελούν εμπόδιο στη μεταρρύθμιση. Αποτελούν εγγύηση απέναντι στο ενδεχόμενο μια ευκαιριακή πλειοψηφία 151 βουλευτών να καθορίσει μονοκομματικά θεμελιώδεις συνταγματικές επιλογές.
Η αναθεώρηση θα μπορούσε, αντίθετα, να αποτελέσει ευκαιρία για ουσιαστικές τομές: για την αντιμετώπιση της κακής νομοθέτησης και την ενίσχυση του Κοινοβουλίου απέναντι στον υπερσυγκεντρωτισμό της εκτελεστικής εξουσίας.
Η συζήτηση για το άρθρο 16 ανέδειξε, επίσης, γιατί οι μεγάλες αλλαγές δεν μπορούν να επιχειρούνται μέσω ερμηνευτικών παρακαμπτηρίων. Η όποια αλλαγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οφείλει να γίνεται μέσα από την προβλεπόμενη αναθεωρητική διαδικασία, με ταυτόχρονη ισχυρή κατοχύρωση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας.
Κυρίως, όμως, λείπουν οι πραγματικά γενναίες αλλαγές. Η αναθεώρηση του άρθρου 86 ώστε η ποινική διερεύνηση πολιτικών προσώπων να αποσυνδεθεί από τις εκάστοτε κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Η ουσιαστική θωράκιση των Ανεξάρτητων Αρχών. Η ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και των δικαιωμάτων της μειοψηφίας και των ανεξάρτητων βουλευτών.
Ταυτόχρονα, ένα Σύνταγμα του 21ου αιώνα οφείλει να κοιτάζει μπροστά: στη συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, την αλγοριθμική λήψη αποφάσεων και την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, αλλά και στην ισχυρότερη κατοχύρωση δημόσιων αγαθών όπως το νερό και η ενέργεια.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, είναι απλό: θέλουμε ένα Σύνταγμα που διευκολύνει την εκάστοτε πλειοψηφία ή ένα Σύνταγμα που δημιουργεί αντίβαρα στην εξουσία;
Για μένα, η απάντηση είναι σαφής. Το Σύνταγμα υπάρχει πρωτίστως για να περιορίζει την εξουσία, να κατοχυρώνει δικαιώματα και να εγγυάται ότι οι κανόνες της Δημοκρατίας δεν μεταβάλλονται ανάλογα με το ποιος διαθέτει κάθε φορά την πλειοψηφία.
Μέχρι σήμερα, όμως, η κυβέρνηση επέλεξε μια στενότερη αντίληψη της αναθεώρησης: λιγότερη αναζήτηση συναινέσεων, περισσότερη έμφαση στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και απουσία μιας πραγματικά φιλόδοξης πρότασης για τα αντίβαρα που έχει ανάγκη η χώρα.
Και έτσι, μια διαδικασία που θα μπορούσε να αποτελέσει μεγάλη ευκαιρία δημοκρατικής επανεκκίνησης κινδυνεύει να καταγραφεί ως ακόμη μία χαμένη ευκαιρία. Μια χαμένη ευκαιρία που αφορά τελικά την ποιότητα της Δημοκρατίας που θα παραδώσουμε στην επόμενη γενιά.
Η κυρία Κοροβέση είναι ανεξάρτητη βουλευτής Ανατολικής Αττικής
Εφημερίδα Απογευματινή










