Ασφαλώς και το ζήτημα της μονιμότητας και της άρσης της είναι φυσικό να πυροδοτεί κάθε φορά αντιδράσεις των εργαζομένων στο Δημόσιο, τους οποίους εξίσου φυσικό είναι να τους ξεσηκώνει το αρμόδιο συνδικαλιστικό τους όργανο. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή κανείς εργαζόμενος στην κρατική μηχανή ή στην Αυτοδιοίκηση δεν σκέπτεται την προνομιακή θέση του έναντι των εργαζομένων μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα. Το ότι υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας σε κρίσιμους τομείς υπηρεσιών του κράτους, όπως λόγου χάρη η δημόσια Υγεία ή η Εκπαίδευση, είναι αναμφισβήτητο. Όμως το όλο θέμα πρέπει να το δούμε και μέσω μίας άλλης οπτικής.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι μόνο το προνόμιο της εξασφάλισης μιας εργασιακής διάρκειας μέχρι τη συνταξιοδότηση που σηματοδοτεί τη διαφορά δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων. Υπάρχει και μισθολογική διαφορά υπέρ των πρώτων, αν λάβουμε υπ’ όψιν ως αυθεντικά -και γιατί να μην είναι δηλαδή;- τα στοιχεία που είχε δημοσιοποιήσει το ΙΟΒΕ και που έδειχναν ότι οι μισθοί στο Δημόσιο ήταν υψηλότεροι εκείνων του ιδιωτικού τομέα.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτές οι διαφορές. Είναι αλλού και είναι γενικότερο και διαχρονικό. Είναι ο τρόπος με τον οποίο σταδιακά συγκροτήθηκε ο δημόσιος τομέας. Αρχικώς έτσι ώστε να υπάρχουν πάντοτε ανάγκες ενίσχυσής του με το προσωπικό – κάτι βεβαίως που βόλευε τα κόμματα και ιδιαίτερα αυτά που ανέβαιναν στην εξουσία, για να έχουν περιθώρια διορισμών και εξασφάλισης έτσι δυνητικών ψηφοφόρων.
Να θυμίσουμε σχετικώς τα εξής που δείχνουν τις γραφειοκρατικού τύπου κομπίνες κυβερνήσεων προκειμένου να στοιβάξουν κόσμο στο Δημόσιο. Συγκεκριμένα επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είχε επιχειρηθεί να γίνουν αορίστου χρόνου 30.000 συμβασιούχοι, που ήταν βέβαιο ότι θα επηρέαζαν τα δημοσιονομικά, τα οποία για να ισορροπήσουν θα χρειαζόταν η κυβέρνηση να επιβάλει και άλλους φόρους!
Επρόκειτο για ένα όργιο ρουσφετολογίας, το οποίο αποτελούσε συνέχεια της προσπάθειας της αριστερής διακυβέρνησης να επιτύχει χιλιάδες διορισμούς από το «παράθυρο» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, παρά το γεγονός ότι η Κομισιόν είχε τότε διαμηνύσει στην κυβέρνηση πως ό,τι και να κάνει πρέπει να είναι συμβατό με τους στόχους του προγράμματος του ESΜ και τις δεσμεύσεις των μνημονίων.
Το κερασάκι στην τούρτα ήταν ότι ειδικώς για τους ΟΤΑ οι διορισμοί επιχειρήθηκε να γίνουν κατά παρέκκλιση και μάλιστα με κατανομή σε νομικά πρόσωπα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έχουν καταργηθεί!
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο γνώστης των ζητημάτων του Δημοσίου και πρώην καθηγητής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης Παναγιώτης Καρκατσούλης είχε αποκαλύψει την αύξηση του αριθμού των μετακλητών και των συμβασιούχων προκειμένου να αντιμετωπιστεί η απαγόρευση των προσλήψεων. Μάλιστα είχε αποκαλύψει ότι ο αριθμός των συμβασιούχων από 40.000 που ήταν όταν ανέλαβαν τη διακυβέρνηση οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχε αυξηθεί σε 100.000.
Όμως ο υδροκεφαλισμός του Δημοσίου -το οποίο βεβαίως σταδιακά μειώθηκε- είχε τις παράπλευρες ζημίες του, οι επιπτώσεις των οποίων εντοπίζονται ακόμη και σήμερα. Η διάρθρωση των υπηρεσιών του χωρίς προγραμματισμό, αλλά αναλόγως προς πραγματικές ή μη ανάγκες, επηρέασε και τη μισθολογική κλίμακα κατά τέτοιο τρόπο ώστε εργαζόμενοι σε υπηρεσίες με πιο περιορισμένη χρησιμότητα σε σχέση με άλλες να έχουν τους ίδιους ή υψηλότερους μισθούς σε σύγκριση με εργαζόμενους σε υπηρεσίες τις οποίες είχε μεγαλύτερη ανάγκη η κοινωνία. Παράδειγμα τέτοιων απαράδεκτων ανισοτήτων αποτελούν οι κλάδοι Παιδείας και Υγείας. Δεν είναι δυνατόν δάσκαλοι και καθηγητές, στα χέρια των οποίων η ελληνική κοινωνία εμπιστεύεται τα παιδιά της για τη μόρφωσή τους, να ζουν με μισθούς πείνας. Ακόμη και οι καθηγητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων! Και, αντιθέτως, να απολαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές εργαζόμενοι σε άλλες υπηρεσίες του δημόσιου τομέα όπου μπορεί να πλεονάζουν και για τον λόγο αυτό να είναι και άχρηστοι. Ενώ αντιθέτως η Παιδεία υπολείπεται σε προσωπικό.
Ακόμη πιο προκλητικές είναι οι διαφορές αυτές στον τομέα της δημόσιας Υγείας, όπου και εκεί οι μισθοί είναι πολύ κατώτεροι της σημασίας και της προσφοράς όλων όσοι απασχολούνται στον συγκεκριμένο δημόσιο κλάδο. Αλλά και το προσωπικό δεν επαρκεί, επειδή με τα χρόνια άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου ενισχύθηκαν σε προσωπικό, στην πλειονότητα για ρουσφετολογικούς λόγους.
Δεν είναι επομένως μόνο η μονιμότητα στον δημόσιο τομέα το πρόβλημα. Είναι και η διάρθρωσή του αλλά κυρίως οι εντός αυτού ανισότητες, με την υποβάθμιση στην ουσία υπηρεσιών και του προσωπικού τους που η κοινωνία τούς έχει ανάγκη, έναντι υπηρεσιών που θα μπορούσαν ακόμη και να έχουν εκλείψει.
Εφημερίδα Απογευματινή









