Σύνταξη μέχρι 800 ευρώ για αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες

Η μεγάλη πλειονότητα ασφαλίζεται στη χαμηλότερη κατηγορία εισφορών μειώνοντας έτσι τις μελλοντικές απολαβές τους
10:30 - 25 Αυγούστου 2026
Σύνταξη
Ρεπορτάζ: Γιώργος Μάλτης

Η επιλογή της χαμηλότερης ασφαλιστικής κατηγορίας περιορίζει το ύψος της μελλοντικής σύνταξης, ενώ μόλις 7 στους 100 ελεύθερους επαγγελματίες αναμένεται να ξεπεράσουν τα 1.000 ευρώ με 40 χρόνια ασφάλισης.

Πρόκειται για μια δύσκολη εξίσωση που καλούνται να λύσουν κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες: από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη για περιορισμό του μηνιαίου κόστους ασφάλισης και από την άλλη το ύψος της σύνταξης που θα λάβουν όταν ολοκληρώσουν τον εργασιακό τους βίο.

Η συντριπτική πλειονότητα των μη μισθωτών ασφαλισμένων επιλέγει την πρώτη, δηλαδή τη χαμηλότερη, ασφαλιστική κατηγορία του ΕΦΚΑ. Η επιλογή αυτή προσφέρει σήμερα τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση, διαμορφώνει όμως ταυτόχρονα και τη χαμηλότερη ασφαλιστική βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται η μελλοντική σύνταξη.

Με τα σημερινά δεδομένα, σχεδόν οκτώ στους δέκα ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες παραμένουν στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμη και με 40 χρόνια ασφάλισης, οι μελλοντικές συντάξεις για τη μεγάλη αυτή κατηγορία ασφαλισμένων αναμένεται να κινούνται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, κοντά στα 800 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Μονόδρομος

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην έλλειψη ασφαλιστικής συνείδησης. Για πολλούς επαγγελματίες, η επιλογή της πρώτης κατηγορίας αποτελεί ουσιαστικά μονόδρομο, καθώς το κόστος λειτουργίας μιας μικρής επιχείρησης ή ενός ατομικού επαγγέλματος παραμένει υψηλό.

Η δυνατότητα επιλογής ασφαλιστικής κατηγορίας επιτρέπει στους μη μισθωτούς να περιορίζουν το μη μισθολογικό κόστος και να διατηρούν περισσότερα διαθέσιμα χρήματα για την κάλυψη των τρεχουσών υποχρεώσεών τους. Το τίμημα, ωστόσο, μεταφέρεται στο μέλλον.

Για το 2026, σε σύνολο περίπου 1.600.000 ασφαλισμένων επαγγελματιών και αγροτών, μόλις 400.000 επέλεξαν ασφαλιστική κατηγορία υψηλότερη από την πρώτη. Η πλειονότητα επέλεξε να παραμείνει στη χαμηλότερη κατηγορία.

Η επιλογή αυτή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το ύψος της σύνταξης, καθώς τα χρόνια ασφάλισης και η ασφαλιστική βάση αποτελούν κρίσιμους παράγοντες στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν συγκριθούν οι διαφορετικές ασφαλιστικές κατηγορίες. Ένας ελεύθερος επαγγελματίας που παραμένει στην πρώτη κατηγορία σε όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου και συμπληρώνει 40 χρόνια ασφάλισης εκτιμάται ότι θα οδηγηθεί σε σύνταξη κοντά στα 800 ευρώ.

Αντίθετα, με τα ίδια χρόνια ασφάλισης, αλλά με επιλογή της ανώτατης, έκτης ασφαλιστικής κατηγορίας, η σύνταξη μπορεί να διαμορφωθεί περίπου στα 1.800 ευρώ μεικτά.

Η απόσταση είναι σημαντική και καταδεικνύει το κόστος της σημερινής επιλογής. Η χαμηλή εισφορά εξασφαλίζει μικρότερη επιβάρυνση κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, αλλά οδηγεί σε χαμηλότερη ασφαλιστική βάση και, κατ’ επέκταση, σε χαμηλότερη ανταποδοτική σύνταξη.

Με βάση τις σχετικές εκτιμήσεις, μόλις περίπου επτά στους 100 ελεύθερους επαγγελματίες θα μπορούσαν να λάβουν σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ, εφόσον έχουν συμπληρώσει 40 έτη ασφάλισης. Για την πλειονότητα, η μελλοντική σύνταξη θα παραμείνει κάτω από αυτό το όριο.

Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα για τους αγρότες. Η επιλογή της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας οδηγεί, με βάση τις ίδιες παραδοχές, σε σύνταξη της τάξης των 250 ευρώ τον μήνα, ενώ η επιλογή της έκτης και υψηλότερης κατηγορίας μπορεί να ανεβάσει τη σύνταξη περίπου στα 670 ευρώ μεικτά.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο ποσά αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι ασφαλισμένοι: υψηλότερες εισφορές σήμερα για υψηλότερη σύνταξη αύριο ή χαμηλότερη επιβάρυνση σήμερα με σημαντικά χαμηλότερη σύνταξη στο μέλλον.

Για έναν επαγγελματία με περιορισμένο ή ασταθές εισόδημα, η απόφαση δεν είναι εύκολη. Η επιλογή της υψηλότερης κατηγορίας μπορεί να βελτιώνει τις μελλοντικές αποδοχές, αυξάνει όμως άμεσα το κόστος ασφάλισης.

Η «παγίδα»

Το πρόβλημα των χαμηλών συντάξεων δεν σταματά στο αρχικό ποσό. Ένας ακόμη παράγοντας που προβληματίζει είναι ο ρυθμός των ετήσιων αυξήσεων. Όταν μια σύνταξη ξεκινά από χαμηλή βάση, ακόμη και μια αύξηση της τάξης του 2% ή 3% μεταφράζεται σε μικρή πραγματική αύξηση σε ευρώ. Αντίθετα, η ίδια ποσοστιαία αύξηση σε μια σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ αποδίδει μεγαλύτερο απόλυτο ποσό.

Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι ασφαλισμένοι που ξεκινούν από χαμηλή βάση λαμβάνουν μικρές αυξήσεις σε απόλυτους αριθμούς και δυσκολεύονται να καλύψουν την άνοδο του κόστους ζωής. Ο κίνδυνος είναι οι σημερινές χαμηλές συντάξεις να παραμείνουν για πολλά χρόνια σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι συντάξεις κοντά στα 800 ευρώ βρίσκονται κάτω από τον σημερινό κατώτατο μισθό των 920 ευρώ. Η διαφορά αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνυπολογιστούν οι ανάγκες ενός νοικοκυριού, το κόστος στέγασης, οι δαπάνες υγείας και η γενικότερη ακρίβεια.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η βασική σύσταση που διατυπώνουν ειδικοί προς τους ελεύθερους επαγγελματίες είναι να μην περιορίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού τους βίου στην πρώτη κατηγορία.

Ως πιο ισορροπημένη επιλογή αναφέρονται η τρίτη και η τέταρτη ασφαλιστική κατηγορία. Η λογική είναι ότι οι υψηλότερες εισφορές δεν θα πρέπει να θεωρούνται αποκλειστικά κόστος, αλλά και επένδυση στο μελλοντικό εισόδημα από τη σύνταξη.

Βεβαίως, η επιλογή πρέπει να λαμβάνει υπόψη το εισόδημα, τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες και τα χρόνια που απομένουν μέχρι τη συνταξιοδότηση. Για έναν νέο επαγγελματία, η σταδιακή παραμονή σε υψηλότερη κατηγορία μπορεί να έχει διαφορετική επίδραση από ό,τι για κάποιον που βρίσκεται κοντά στη συνταξιοδότηση. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 οι ασφαλιστικές εισφορές των μη μισθωτών αυξήθηκαν κατά 2,5%. Η αναπροσαρμογή συνδέθηκε με τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό του 2025, ενώ από το 2027 αναμένεται να εφαρμοστεί ο δείκτης μεταβολής των μισθών.

Η τέταρτη αύξηση

Πρόκειται για την τέταρτη διαδοχική ετήσια αύξηση. Το 2023 οι εισφορές αυξήθηκαν κατά 9,6%, το 2024 κατά 3,46% και το 2025 κατά 2,7%. Συνολικά, στην τετραετία 2023-2026 η σωρευτική αύξηση ανέρχεται σε περίπου 18,26%.

Με την αύξηση του 2,5%, η εισφορά της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη διαμορφώνεται στα 250,77 ευρώ τον μήνα.

Για τους ασφαλισμένους που υπάγονται επιπλέον σε επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή, προστίθενται 46,57 ευρώ για την επικουρική και 31,05 ευρώ για το εφάπαξ. Έτσι, η συνολική μηνιαία επιβάρυνση φτάνει τα 328,39 ευρώ.

Η πρώτη κατηγορία παραμένει η οικονομικότερη λύση για όσους δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις σημερινές υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί μια χαμηλή ασφαλιστική βάση που μπορεί να οδηγήσει σε αντίστοιχα χαμηλή σύνταξη.

Για τους εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες που παραμένουν στη χαμηλότερη κατηγορία, το δίλημμα είναι πλέον σαφές: χαμηλότερες εισφορές σήμερα ή υψηλότερο εισόδημα αύριο. Η επιλογή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια, η γήρανση του πληθυσμού και οι αυξημένες ανάγκες υγείας καθιστούν την επάρκεια του συνταξιοδοτικού εισοδήματος κρίσιμο ζήτημα.

Εφημερίδα Απογευματινή