Στον ευρωπαϊκό χώρο έχουμε περιπτώσεις παρέμβασης της Δικαιοσύνης για παρανομίες ηγετών, για τις οποίες μάλιστα αυτοί έχουν τιμωρηθεί αυστηρά. Ο Σαρκοζί λ.χ. μπήκε φυλακή, η Μαρίν Λεπέν καταδικάστηκε για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και της είχε απαγορευθεί για δύο χρόνια να μετέχει στα πολιτικά πράγματα της χώρας της. Και ο Φάρατζ στην Αγγλία αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη, ενώ είχαμε στην Ιταλία και την περίπτωση Κράξι, που είχε κι αυτός μπλεχτεί στα δίχτυα της Δικαιοσύνης της χώρας του.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις κανένας δεν αμφισβήτησε τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, πολύ δε περισσότερο δεν επιχείρησε να τις εκμεταλλευθεί, ασχέτως του γεγονότος ότι τα συμβάντα αυτά από μόνα τους είχαν την επίδραση και επιρροή τους πάνω στην κοινή γνώμη των εν λόγω χωρών, που αντέδρασε αναλόγως.
Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν τη σημασία τους, δεδομένου ότι οι δικαστικές αποφάσεις στη χώρα μας, και μάλιστα αυτές που αναφέρονται σε πολιτικά πρόσωπα, κρίνονται κάθε φορά καταπώς βολεύει ή όχι κάθε αντίπαλο κόμμα, σε σχέση με το πρόσωπο κατά του οποίου υπάρχει δικαστική απόφαση. Με άλλα λόγια, στο ελληνικό πολιτικό σύστημα κυριαρχεί η αντίληψη ότι νομιμοποιείται ένα κόμμα και ο αρχηγός του να αποδέχονται ή να αμφισβητούν μια δικαστική απόφαση αναλόγως του αν τους βολεύει το περιεχόμενό της ή όχι.
Αυτή η αντίληψη είναι που στα χρόνια της Μεταπολίτευσης είχε οδηγήσει κυβερνήσεις να επιχειρούν να χειραγωγήσουν τη Δικαιοσύνη με την προοπτική, όταν προέκυπτε κάποια υπόθεση με πρωταγωνιστή πολιτικό αντιπάλου παρατάξεως, οι αποφάσεις που θα έβγαιναν κατά την εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης να βόλευαν την κυβέρνηση. Και ούτε τυχαίο είναι ότι πολλές φορές στο παρελθόν επιφανείς εκπρόσωποι του δικαστικού σώματος είχαν καταγγείλει απροκάλυπτες δικαστικές παρεμβάσεις, προκειμένου να επηρεαστούν αποφάσεις και γενικώς η Δικαιοσύνη να είναι εκμεταλλεύσιμη από την εκτελεστική εξουσία.
Καθώς όλα αυτά αποτελούν αδιάψευστη πραγματικότητα, είναι ιδιαιτέρως υποκριτικό να τονίζεται κάθε φορά από εκπροσώπους του εγχώριου πολιτικού συστήματος η εμπιστοσύνη τους προς τη Δικαιοσύνη, τη στιγμή που στην πράξη επιβεβαιώνουν το αντίθετο αν μία απόφαση δεν είναι έτσι όπως αυτοί προσδοκούσαν. Και η στάση αυτή είναι φυσικό να επηρεάζει και την κοινωνία, με αποτέλεσμα να είναι δύσπιστη απέναντι στην ελληνική Δικαιοσύνη και παράλληλα να είναι και οι δικές της αναφορές περί εμπιστοσύνης σε αυτήν εξίσου υποκριτικές.
Ασφαλώς και δεν υπάρχει το αλάθητο στους δικαστές. Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχουν ασφαλιστικές δικλίδες οι οποίες εξασφαλίζουν την έκδοση δίκαιων αποφάσεων. Κυρίως όμως την υπονόμευση του κύρους της Δικαιοσύνης την κάνει το πολιτικό σύστημα, το οποίο αποδέχεται μόνο στη θεωρία τη διάκριση των εξουσιών, επηρεάζοντας αντιστοίχως με τη συμπεριφορά του και τους πολίτες. Έτσι ώστε η δυσπιστία τους και οι επιφυλάξεις τους απέναντι στη Δικαιοσύνη να αποτελούν μια νοσηρή κατάσταση που αντιστοίχως δημιουργεί υπόνοιες για το κράτος δικαίου…
Εφημερίδα Απογευματινή











