Η πολυαναμενόμενη ΝAVTEX, οι οδηγίες προς ναυτιλλομένους ουσιαστικά, εκδόθηκε από τον σταθμό Ηρακλείου Κρήτης, όπως προβλέπεται. Ο τρόπος χειρισμού στην ένταση που δημιουργήθηκε από την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων στη ζώνη ανάμεσα στην Κάσο και την Κάλυμνο πριν από ελάχιστα χρόνια δεν μπορεί να επαναληφθεί. Τότε η Αθήνα αιφνιδιάσθηκε, σύμφωνα με εκμυστηρεύσεις κεντρικών κυβερνητικών, αλλά σήμερα όλα είναι γραμμένα στα εναλλακτικά σενάρια. Μέχρι και η συμμετοχή στην κοινοπραξία του GSI, σχετικά με το καλώδιο ηλεκτρισμού από την Ελλάδα στην Κύπρο και από εκεί στο Ισραήλ, έχει αλλάξει. Οι γαλλικές εταιρείες έχουν αναλάβει την πλειοψηφία των μετοχών και τη διεύθυνση του έργου. Το όλο εγχείρημα είναι ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και χρηματοδότησης. Αλλά και η σχετική στρατηγική για διασυνδεσιμότητα Ευρώπης – Ασίας – Αφρικής. Παράλληλα με αυτό το δίκτυο τρέχουν δύο άλλα. Το ένα δεδομένων με αφετηρία τη Σαουδική Αραβία στη Δυτική Ασία και το άλλο και πάλι ηλεκτρισμού, που συνδέει την Ελλάδα από την Ευρώπη με την Αίγυπτο στη Βόρειο Αφρική. Η Τουρκία δεν επιθυμεί να γίνεται τίποτα στην Ανατολική Μεσόγειο ή στο Αιγαίο χωρίς να χτυπά το τηλέφωνο στο Λευκό Παλάτι και να ενημερώνεται ή καλύτερα να ζητείται η άδειά της. Δεν παίζει ρόλο αν έχει τα νόμιμα δικαιολογητικά για αυτό το προνόμιο. Θέλει να δείχνει και να λογίζεται ως αυτοκρατορία. Ή, με πιο δικούς της όρους, η κυρίαρχη γεωπολιτική δύναμη στην Ευρασία. Όταν οι συνθήκες αλλάξουν στο τρίγωνο Ουάσινγκτον – Μόσχα – Βρυξέλλες, ας πάει να τα πει και στους Ρώσους αυτά. Μέχρι τότε όμως έχουμε να ποντίσουμε κάποια καλώδια. Όχι αγωγούς αλλά δίκτυα.
Το εγχείρημα του μνημονίου Τουρκίας – Λιβύης για τις θαλάσσιες ζώνες θεωρήθηκε και σωστά μόλις επικυρώθηκε επιτυχία για την Άγκυρα. Το διπλωματικό και εμπορικό όμως κόστος που έχει η Τουρκία στη σχέση της με την Ευρώπη, η δυσλειτουργία στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, η θέση και η εικόνα της στον ΟΗΕ, η κατάσταση στην οικονομία της θα πρέπει να την κάνουν να σκεφθεί εκ νέου αν αξίζει τον κόπο αυτή η στρατηγική του επίμονου Ψυχρού Πολέμου. Δικό τους πρόβλημα. Η Ελλάδα έχει απλώς να τελειώσει μια δουλειά. Ούτε όρεξη για πολέμους έχει ούτε για αναδιάταξη ζωνών σε βάρος της Τουρκίας. Από δεκαετίες ένα δικαστήριο θα είχε λύσει το ζήτημα των νομικών οριοθετήσεων -αν όχι η διμερής διπλωματία- και όλα θα είχαν προχωρήσει στη βάση κοινοπραξιών και εταιρειών. Δεν θέλουν, γιατί επενδύουν ασύστολα στο γεωπολιτικό ρίσκο, στην ηγεμονική ματαιοδοξία και στο δόγμα «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα».
Όπως ενημέρωσε και ο υπουργός Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτης τους εκπροσώπους των άλλων ελληνικών κομμάτων στην προβλεπόμενη διαδικασία, αν χρειασθεί η Ελλάδα θα παρέμβει και θα χειρισθεί τα δεδομένα στο πεδίο και με παρουσία Ενόπλων Δυνάμεων και πολεμικών πλοίων. Την τοποθέτηση στην παρούσα φάση την εξέφρασε ο υπουργός Εξωτερικών. Αν σκληρύνουν τα πράγματα, θα έχουμε τοποθέτηση από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας και ας ελπίσουμε να μη χρειασθεί τελικά και από τον πρωθυπουργό. Οι εξελίξεις συμπίπτουν με την αναστάτωση που έχουν επιφέρει στις ΗΠΑ οι ενδιάμεσες εκλογές και το «μπλε κύμα». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Λευκός Οίκος και πολύ περισσότερο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι χωρίς ενοίκους. Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ ακουμπούν και το μετεκλογικό περιβάλλον στο Ισραήλ. Εκεί διερευνάται η περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας υπό τον Άιζενκοτ με ανοχή αραβικών κομμάτων. Οι διεργασίες θολώνουν την ατμόσφαιρα ως προς τη διάρκεια της υπηρεσιακής πρωθυπουργίας Νετανιάχου. Κάτι που δεν μπορεί να ενθουσιάζει τα κέντρα αποφάσεων στην Αθήνα. Το διακύβευμα παραμένει. Αν τα έργα πόντισης του καλωδίου δεν εξελιχθούν, η Ελλάδα διά της αδράνειας θα έχει ζητήσει άδεια από την Τουρκία και όλοι οι διεθνείς παίκτες θα έχουν κατανοήσει ότι χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας δεν υπάρχουν αξιόπιστες επενδύσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εφημερίδα Απογευματινή










